Ανείπωτα άηχα ακούσματα

«Φτάσε. Νιώσε το. Ήθελα να σου μάθω τα πάντα, ότι υπάρχει και δεν υπάρχει σε αυτή τη γη.Ό,τι μας ανήκει για τόσο λίγο και τι είμαστε εμείς πάνω σε αυτή.Το φως που φέρνουμε και αφήνουμε πίσω με τις λέξεις.Μπορείς να δεις 5.000 χρόνια πίσω με το φως των λέξεων.Όλα όσα αισθανόμαστε, σκεφτόμαστε, ξέρουμε και μοιραζόμαστε με λέξεις, έτσι ώστε μία ψυχή να μη ζει στο σκοτάδι ή να χάνεται ολοκληρωτικά με το θάνατο. Αλλά εγώ ξέρω. Ξέρω μία λέξη με την οποία μπορώ να βάλω ολόκληρο τον κόσμο στα χέρια σου και οτιδήποτε και αν στοιχίσει σε εμένα δε θα πάρω λιγότερα»*

1222
Η ανωνυμία μου θα με σώσει από τη ντροπή, το ποίημα που σκεπάζει τη νύχτα τα βράδια θα χαθεί με τον καιρό, δε μπορώ να απαγγείλω με πάθος ούτε την πρώτη στροφή

Τα γέλια που ακούς ή δεν ακούς και απλά φαντάζεσαι ότι υπάρχουν πηδάνε σαν λιοντάρια σε τσίρκο μέσα στα δαχτυλίδια του καπνού που όλο και κάτι συμβολίζουν σε αυτό το ακατανόητο κείμενο

Κάποιοι κάπου ακούν τις μπλεγμένες σκέψεις που έχεις μέσα στο κεφάλι σου, ποτέ δεν έδωσες δεκάρα για το τι σημαίνει κατανόηση και όλες αυτές οι ηθικές βλακείες

Ένας γέρος απειλεί να πεθάνει, φτύνει και καταριέται θεούς και δαίμονες, αρχίζει να βρέχει και κάνει κρύο, σκεπάζεται με ένα χαρτόκουτο, αύριο θα έχεις ξεχάσει, αυτός όχι

Το μαύρο κουτί θα μας ξεβράσει με βοή κάποια μέρα πιο ξεθωριασμένους, άχρωμους,λιγότερο τέλειους

Θα πνιγούμε φωνάζεις άηχα στις 3 τελίτσες που υπονοούν λέξεις που κανείς ποτέ δε λέει

Τα μαλλιά σου γλύφουν τις φλόγιες της δικιάς μας κόλασης, εκεί που οι θρύλοι της ροκ γρατσουνάνε τις κιθάρες τους και οι συγγραφείς τις πονεμένες πένες τους λίγο πριν αυτοκαταστραφούν ξανά

Η αιώνια πάλη με το πάλι, δεν ακούς δε βλέπεις δε μιλάς, ξέρεις πως είναι τα πρόσωπα των ανθρώπων όταν χαίρονται, ξέρεις να θυμώνεις και να παλεύεις, ψιλαφίζεις προσεκτικά την ρυτίδα ανησυχίας στο μέτωπο,βυθίζεις τα χέρια σου στο τρίχωμα του σκύλου και ξέρεις όσα δε ξέρουμε

Άνθρωποι προσπαθούν να σε πείσουν ότι το θέατρο του παραλόγου που παρακολουθείς είναι ένα υπερθέαμα, αν και βαθιά σου ξέρεις ότι το σενάριο μπάζει από παντού

Η παρωδία θα τελειώσει όταν μια μισότυφλη δασκάλα και μια τυφλή μαθήτρια σου μάθουν να διαβάζεις με τα χέρια και να ακούς με την καρδιά. Ίσως ολα τότε γίνουν διαφορετικά.Ίσως και όχι.Τουλάχιστον θα έχεις μάθει να «βλέπεις»

«-Έχεις κάτι τελευταίο να πεις;
-Άμπρα Κατάμπρα!»**

*Τα λόγια στην αρχή και η φωτογραφία από την ταινία The Miracle Worker (Το θαύμα της Ανν Σάλιβαν) του 1962 σε σκηνοθεσία Arthur Penn με πρωταγωνίστριες τις εξαιρετικές Anne Bancroft και Patty Duke, αποκλειστικά υπαίτιες για αυτή τη μπερδεμένη επιστροφή

** ατάκα από την ταινία The Prestige (2006) σε σκηνοθεσία Christopher Nolan

Μοντάζ

bourgeoisie

«Από όλα όσα τους φτιάξαμε για να παρηγοριούνται,το ξημέρωμα είναι το πιο πετυχημένο.Όταν διαλύεται το σκοτάδι στον αέρα σαν ψιλή,απαλή καπνιά και αναδύεται αργά το φως από τη μεριά της ανατολής, όλοι οι άνθρωποι με εξαίρεση τους πολύ δυστυχισμένους, ανασυγκροτούνται.Αυτή η μικρή καθημερινή αναγέννηση είναι ένα θαύμα που απολαμβάνουμε εμείς οι αθάνατοι, συχνά μάλιστα μαζευόμαστε στις επάλξεις των νεφών και παρακολουθούμε τους μικρούς μας πως κινητοποιούνται για να υποδεχτούν την καινούρια μέρα.Τι σιωπή πέφτει τότε ανάμεσα μας,εκείνη η θλιμμένη σιωπή του φθόνου.Πολλοί απ’αυτούς κοιμούνται,φυσικά, αδιαφορώντας για το χαριτωμένο πρωινό τρικ της εξαδέλφης μας, της Ηούς, υπάρχουν, όμως, πάντοτε οι άυπνοι, οι άρρωστοι που ξαγρυπνούν, οι ερωτευμένοι που στριφογυρνάνε στις μοναχικές τους κλίνες, ή εκείνοι που απλώς σηκώνονται νωρίς, οι πολυάσχολοι, με τις βιαστικές επικύψεις, τα κρύα ντους, τα ωραία φλιτζανάκια με τη μαύρη αμβροσία.Ναι, όσοι αντικρίζουν το ξημέρωμα, το υποδέχονται με χαρά λίγο πολύ, εκτός φυσικά από τον καταδικασμένο, για τον οποίο το πρώτο φως της ημέρας θα είναι και το τελευταίο πάνω στη γη.»

Τζων Μπάνβιλ- Άπειροι Κόσμοι, Εκδόσεις Καστανιώτη

Η φωτογραφία από την ταινία «Η κρυφή γοητεία της Μπουρζουαζίας»  σε σκηνοθεσία του Luis Bunuel

αυθόρμητα

Film_549w_LastPicture_original

Αποφάσισα να κατέβω από το ροζ συννεφάκι μου, αυτό του αυριανού φοιτητή που θα σπουδάσει κάτι που το γουστάρει απίστευτα, θα μένει στο δικό του σπιτάκι με μια μεγάλη βιβλιοθήκη, θα ακούει ροκ μουσική μέχρι να τον πονέσουν τα αυτιά και θα βλέπει μανιωδώς ταινίες του 30’ του 40’ του 50′

Θα θελα να ακούγαμε kill the cat μέρα νύχτα και να γελούσαμε με τα ξινισμένα μούτρα της πραγματικότητας,να διαφωνούσαμε για το καλύτερο κινούμενο σχέδιο όλων των εποχών, θα θελα να ξυπνούσαμε το χάραμα και ο κόσμος να έβγαινε στους δρόμους με τις πιτζάμες και τις παντόφλες, οι γιαγιάδες με τις μαντίλες στα κεφάλια, όλοι μαζί, θα θελα οι μπούρδες που γράφω τώρα να ήταν κάτι παραπάνω, θα θελα να είχα κάτι παραπάνω τώρα, θα θελα όλα να αποκτούσαν την γοητεία του ασπρόμαυρου,να μην χωρούσαν τα όνειρα μας πουθενά,να σου έδειχνα πως κάνουν τα κουτάβια μου όταν μαλώνουν και να σου φτιαχνόταν η μέρα, θα θελα να είχαμε όλοι τις 18χρονες έγνοιες, θα θελα να είχα κάτι ελπιδοφόρο να απαντήσω στην άλλη φωνή του σταθερού, θα θελα να ήμασταν ταινία με χάπι εντ, δίσκος με μεγαλόπρεπο κλείσιμο, παράσταση με χειροκρότημα, θα θελα η δικαιολογημένη γκρίνια να γινόταν δικαιολογημένη χαρά, θα θελα να μην ήμασταν εγωιστές,θα θελα να μην μας τρόμαζαν οι σκιές, θα θελα τα σχολεία να γέμιζαν φωτογραφίες ποιητών στους τοίχους, η απεργία των δασκάλων να πιάσει τόπο, οι καθηγητές να ήταν σαν αυτούς που εγώ αγάπησα, τα λινκάκια και οι φωτογραφίες να βρίσκανε αντίκρυσμα,να μην γυρνούσαμε στα ίδια, ο κόσμος να ξαναφτιαχνόταν και εγώ να το βούλωνα επιτέλους,θα θελα όλα αυτά να μην ήταν ουτοπικά,να θέλαμε τα ίδια και να τα διεκδικούσαμε

θα θελα γαμώ το κάτι άλλο, θα θελα να στέλναμε φιλιά στο χάος

Η φωτογραφία από την ταινία «Η τελευταία παράσταση» (The last picture show) του 1971 σε σκηνοθεσία Peter Bogdanovich και πρωταγωνιστές τους Jeff Bridges,Timothy Bottoms και Cybill Shepherd

όσα θα έγραφα, αν έγραφα

ξξξξξ

«Από τα όνειρα διαλέγεις όσα σου ζεσταίνουν καλύτερα την ψυχή»*

Κάπως έτσι θα το ξεκινούσα, υπό αυτούς τους ήχους, χωρίς δικά μου λόγια, σημάδι ότι το καλοκαίρι άφησε κάτι πίσω του

Θα ήταν χειμώνας, θα χιόνιζε βαριά, το σκηνικό θα ήταν δανεισμένο από τον Κάφκα, το σπίτι νοικιασμένο από την Norma Desmond, θα τα έπινες παρέα με την Elizabeth Taylor και θα σε ξελόγιαζε η κυρία Ρόμπινσον

Μετά θα έβαζα να παίξει η Συμφωνιέτα του Γιάνατσεκ, μπορεί και Μπαχ ή Μότσαρτ συνοδευόμενα από ένα νεύμα βαθιάς εκτίμησης στον Μουρακάμι και τον Φόρμαν για όσα με δίδαξαν μακριά από τις σχολικές αίθουσες

Θα ανταλάσσαμε 4-5 τυπικές κουβέντες την ώρα που η μουσική ίσα που θα ακουγόταν, ίσως να σου μιλούσα για όλα όσα θα θελα να γράψω για την «Σιωπή» του Σιουσακού Έντο αλλά δε μου βγαίνουν στο χαρτί μέχρι που η μουσική θα σκέπαζε μεγαλόπρεπα τη φωνή μου και θα έβαζε τέλος στο παράπονο μου

Θα ξεκρεμούσα τις αφίσες μου από τους τοίχους προσέχοντας μη βρω καμιά τρύπα από πίσω, σαν εκείνη που είχε σκάψει ο Τιμ Ρόμπινς στο The Shawshank Redemption καλύβοντας την με την αφίσα της Rita Hayworth

Σε αυτό το σημείο θα θυμόμουν τους Beatles, θα πακετάριζα το μοναδικό cd τους που κατέχω και χωρίς ντροπή θα τραγουδούσα φάλτσα το lovely Rita

Μετά από ένα λεπτό βαθιάς περισυλλογής θα φορούσα τα γνωστά μου ρούχα, θα έβαζα τα παπούτσια μου, θα έπαιρνα μία ομπρέλα για στήριγμα θυμίζοντας μία τραγική απομίμηση της αφίσας του Being there και θα έφευγα σφυρίζοντας

Θα άφηνα πίσω ένα βιβλίο μισοτελειώμενο, ένα τραγούδι μισοακουσμένο, μία ταινία μισογραμμένη,ένα παγάκι μισολιωμένο,μισή μουντζούρα στο τετράδιο,μισό χαμόγελο στα χείλη, μισό φεγγάρι στον ουρανό στη μισοκοιμισμένη μισοφωτεισμένη χώρα

Και κάπως έτσι θα το τελείωνα,χωρίς δικά μου λόγια, σημάδι ότι το καλοκαίρι άφησε κάτι πίσω του

«Και πια ήξεραν πως υπάρχει κάτι που πάντοτε μπορείς να το λαχταράς και καμιά φορά να το κερδίζεις: η ανθρώπινη τρυφερότητα»**

*απόσπασμα από το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν

**απόσπασμα από την «Πανούκλα» του Αμπέρ Καμύ

Η φωτογραφία και η μουσική από την ταινία Ο ΠΡΩΤΑΡΗΣ (Τhe Graduate) του 1967 σε σκηνοθεσία του Mike Nichols, τόσο αίτια όσο και αναίτια για αυτό το αποκρουστικό υποτιθέμενο κείμενο

 

Οι ιδιαίτεροι

Τα αγανακτισμένα κορναρίσματα Δευτέρα βράδυ- θα πρεπε να ήμασταν σπίτι τέτοια ώρα, κινηματογραφικοί χαρακτήρες και τίτλοι βιβλίων γεμίζουν ένα μυαλό που ίσως καταφέρει να ανανεωθεί, μία αφιέρωση στην άμμο που η θάλασσα θα σβήσει πριν καν προλάβει να ολοκληρωθεί, οι θολές φιγούρες που δεν ξέρεις αν χαίρονται ή λυπούνται,ένα όνειρο γραμμένο άτσαλα στο πίσω μέρος μιας απόδειξης, οι λίστες απλωμένες στα τραπέζια, τα τρένα στα ακουστικά, ο Χίτσκοκ στο βίντεο, ο Χέμινγουεϊ στο σελιδοδείκτη

«Τι περιμένεις να συναντήσεις στα τρένα;»

-Όλα όσα έχουν κινηματογραφηθεί.

‘Ίσως σου μιλήσω κάποια άλλη μέρα γι’αυτό

Ένα φευγαλέο προφίλ που έχει φύγει ήδη πολύ μακριά για να το εξετάσεις καλύτερα,η αντανάκλαση του δέντρου στο νερό
το πάνω-κάτω,
το κάτω-πάνω

Η παρουσία του Wenders κρυφή αλλά πάντα εδώ,

η κάθετος και η τελεία που “μιλάνε” όσο τις αφήνουν τα σύμβολα να μιλήσουν,

το δάχτυλο μοιάζει μεγαλύτερο από το αστέρι της νυχτός, ο James Stewart ανεβαίνει χωρίς κόπο το καμπαναριό-όχι ότι θα άλλαζα το τέλος, η μουσική επένδυση των βραδινών μου ονείρων διακόπτεται βίαια από το συνωμοτικό γρατσούνισμα της πόρτας , οι απαισιόδοξες σκέψεις που οι άλλοι Ιδιαίτεροι έχουν το χάρισμα να διώχνουν μακριά, ίσως αν πρωταγωνιστούσα, είπε ή είπα, στο «Ηλεκτρικό πρόβατο» να είχα το ρόλο του Ίσιντορ, ένας Ιδιαίτερος είμαι και εγώ, απλά ακόμα ψάχνω με ποια σημασία

«Τι περιμένεις να συναντήσεις στα τρένα;»

-Όλα όσα δεν έχουν κινηματογραφηθεί.

Επιστολή

«[…] πιστεύω πως ο άνθρωπος θα πρέπει να διατηρεί μια σχέση αγάπης με τη φύση. Η φύση είναι η μήτρα κάθε μορφής ζωής, τουλάχιστον έτσι όπως μπορούμε να την αντιληφθούμε εμείς οι άνθρωποι.Για να καταλάβεις κάτι λίγο από το περιβάλλον όπου ζω, να μου επιτρέψεις να σου περιγράψω τι βλέπω αυτή την ώρα έξω απ’την πόρτα της καλύβας. Ίσως έτσι μπορέσεις να συμμεριστείς τη μεγάλη αγάπη μου για τη φύση.

Είναι λοιπόν φθινόπωρο.Αυτό σημαίνει μια μεγάλη ποικιλία από χρώματα-φαντάσου ολόκληρη παλέτα.Θάμνοι και δέντρα, καφετιά και άλλα που έχουν το χρώμα της φωτιάς. Στο βάθος η θάλασσα(δεν είναι θαυμάσιο που ζει ακόμη αυτή η αρχαία λέξη;) φτιάχνει μια χρωματιστή αντίθεση. Από τη μία είναι το νερό και απέναντι το φως, ο καθαρός αέρας και οι οσμές του δάσους. Να οι πηγές της καλής μου διάθεσης! […]»
……
Ήταν μια παράξενη προσωπικότητα, από αυτές σπάνια συναντάς αλλά ευτυχείς να ακούς τις ιστορίες για αυτούς. Ψαράς, ναύτης, χειροβοσκός,στρατιώτης, καρβουνιάρης και πολύ αργότερα πανδοχέας στο μοναστηριακό ξενώνα του Τρίκερι και μετέπειτα στο Κουλούρι.

Η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη.Φιλοξενούσε σπουδαίους ανθρώπους της εποχής τόσο Έλληνες όσο και ξένους. Από τον πρίγκιπα Μάσσιμο της Ρώμης, μέχρι τη μεγάλη Αμερικανή ηθοποιό Γκρέτα Γκάρμπο.

Έφυγε από τη Αυστρία στα 16 του, τον τρόμαζε η σκέψη της ισόβιας επανάληψης, ήθελε να νιώθει ελεύθερος και ανεξάρτητος.Κατηγορήθηκε ότι ήταν ναζί, αρχαιοκάπηλος, κατάσκοπος εν τούτοις όσοι τον γνώρισαν μιλούσαν για τον αδαμάντινο χαρακτήρα, την ανιδιοτέλεια  και τη σοφία που ανέπνεε. Τα βράδια έγραφε, διάβαζε Ηρόδοτο και άλλους αρχαίους Έλληνες ποιητές και συγγραφείς.

Πάνω απ’όλα όμως αγαπούσε τη φύση και το Πήλιο που τον έφερε σε επαφή μαζί της. Όταν περπατούσε στη βροχή, έβγαζε τα ρούχα του. Με αυτόν τον τρόπο ένιωθε ότι γίνεται ένα με τα στοιχεία της φύσης. Ένιωθε τη μητέρα γη να του μιλάει, να τον φωνάζει Παν και πίστευε ότι τα υπόλοιπα ζώα είχαν τα ίδια δικαιώματα με τον άνθρωπο πάνω στη γη.

Ένας συγγραφέας αποφασίζει να ασχοληθεί με τη ζωή του και να συλλέξει υλικό παρακινούμενος από μία δύναμη που δε μπορεί να προσδιορίσει

Πέθανε στην Κορομιλιά στις 15 Ιανουαρίου με τον τρόπο που ο ίδιος είχε επιλέξει για τον εαυτό του: πλάι στη φύση, το Σπίτι που όλοι κατοικούμε.

Το όνομα του ήταν Αλφόνς Χοχάουζερ.
Ποιος θυμάται τον Αλφόνς Κώστας Ακρίβος

……

Αν κάτι ήταν ο Αλφόνς είναι άνθρωπος με όραμα, με στόχους και ιδανικά που προσπαθούσε να μεταλαμπαδεύσει και στους υπολοίπους. Ήθελε να τους κάνει να δουν και να εκτιμήσουν, εκείνα που ο ίδιος έβλεπε και εκτιμούσε.

Ένιωσα ότι συνάντησα έναν ακόμη φυσιολάτρη μετά τον Παπαδιαμάντη, ακόμη έναν άνθρωπο ικανό να πλάθει και να αναδεικνύει τις ομορφιές της φύσης. Έπιασα τον εαυτό μου να θαυμάζει τις εικόνες και τα ειδυλλιακά τοπία που οι αράδες καθοδηγούσαν την φαντασία μου να φτιάξει, σε τέτοιο σημείο ώστε να επιζητώ και εγώ αυτού του είδους την ελευθερία.

Δε μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση του συγγραφέα για το αν πέρα από την ιστορία και τους μύθους, υπάρχει κάτι που θα μπορούσε στις μέρες μας να συγκινήσει κάποιον που δεν είναι Έλληνας, ο Αλφόνς όμως νομίζω ότι απάντησε για χάρη μου ικανοποιητικά.

Άτιτλο

32

Ένα πρωί, στην οδό Μπυντέ,αποφάσισα ότι δεν θα
ξαναπήγαινα εκεί κάτω.Έμεινα στο κρεβάτι μου.Δεν
υπήρχε τίποτα για φαγητό.Κατά τις δώδεκα το μεσημέ-
ρι κάθισα στο σκαμνί της κουζίνας και βάλθηκα
να σπάω μπαγιάτικα καρύδια πετώντας τα στο τζάμι,
όπως ο Τσαρλς Μπρόνσον στον Ταξιδιώτη της βροχής.

Το απόσπασμα από τα Κινηματογραφικά Φιλιά του Ερίκ Φοτορινό