Αφορμές

«I’ll find you in the morning sun, and when the night is new»

Καθυστερημένο κείμενο, όπως άλλωστε όλα μου,

mother

Κάπου εκεί έξω η Virginia Woolf θα κρατάει ένα τσιγάρο στο χέρι και θα γράφει μυθιστορήματα που θα διαβάζουμε με αναμμένο το τζάκι ένα κρύο χειμώνα

Κάπου εκεί έξω τα τέρατα θα γίνονται κινούμενα σχέδια που θα ενσαρκώνουν τις αρετές που καθένας μας θα ήθελε για τον εαυτό του

Κάπου εκεί έξω η Bacall και ο Bogard θα ετοιμάζουν την Πέμπτη ταινία τους που θα παιχτεί στις αίθουσες τον Απρίλιο

Κάπου εκεί έξω θα ετοιμάζεται ένας δίσκος που θα αλλάξει και πάλι την πορεία της μουσικής και θα εξακολουθεί να παίζεται στα πειρατικά ραδιόφωνα σε 100 χρόνια από τώρα

Κάπου εκεί έξω ένα άστεγο κουτάβι θα αποκτά όνομα και νέα οικογένεια  

Κάπου εκεί έξω ο Mel Brooks θα πείθει τον Gene Wilder να μας χαρίσουν ακόμη μία αξεπέραστη κωμωδία

Κάπου εκεί έξω κάποιος θα κρύβει τα ποιήματα του που μετά θάνατον θα τον καθιερώσουν ως σπουδαίο ποιητή

Κάπου εκεί έξω η  Ωραία της Ημέρας θα μπαίνει με τα σκούρα γυαλιά σε έναν οίκο ανοχής για να βρει όσα δε μπόρεσαν να της δώσουν

Κάπου εκεί έξω ο Heath Ledger θα ντύνεται για άλλη μία φορά Joker και θα δίνει την ερμηνεία της καριέρας του

Κάπου εκεί έξω είναι άνοιξη, ο χρόνος μετράει προς τα πίσω, η οροφή του μπαρ είναι ανοιχτή, τα φώτα σβήνουν και κάτω από το φως του φεγγαριού αρχίζει να τραγουδάει η Billie Holiday

Κάπου εκεί έξω κάτι πεθαίνει και κάτι γεννιέται, πάντα έτσι γίνεται

Η φωτογραφία από την ταινία «Μητέρα» (Modeo) του 2009 σε σκηνοθεσία Joon-ho Bong

Οι ιδιαίτεροι

Τα αγανακτισμένα κορναρίσματα Δευτέρα βράδυ- θα πρεπε να ήμασταν σπίτι τέτοια ώρα, κινηματογραφικοί χαρακτήρες και τίτλοι βιβλίων γεμίζουν ένα μυαλό που ίσως καταφέρει να ανανεωθεί, μία αφιέρωση στην άμμο που η θάλασσα θα σβήσει πριν καν προλάβει να ολοκληρωθεί, οι θολές φιγούρες που δεν ξέρεις αν χαίρονται ή λυπούνται,ένα όνειρο γραμμένο άτσαλα στο πίσω μέρος μιας απόδειξης, οι λίστες απλωμένες στα τραπέζια, τα τρένα στα ακουστικά, ο Χίτσκοκ στο βίντεο, ο Χέμινγουεϊ στο σελιδοδείκτη

«Τι περιμένεις να συναντήσεις στα τρένα;»

-Όλα όσα έχουν κινηματογραφηθεί.

‘Ίσως σου μιλήσω κάποια άλλη μέρα γι’αυτό

Ένα φευγαλέο προφίλ που έχει φύγει ήδη πολύ μακριά για να το εξετάσεις καλύτερα,η αντανάκλαση του δέντρου στο νερό
το πάνω-κάτω,
το κάτω-πάνω

Η παρουσία του Wenders κρυφή αλλά πάντα εδώ,

η κάθετος και η τελεία που “μιλάνε” όσο τις αφήνουν τα σύμβολα να μιλήσουν,

το δάχτυλο μοιάζει μεγαλύτερο από το αστέρι της νυχτός, ο James Stewart ανεβαίνει χωρίς κόπο το καμπαναριό-όχι ότι θα άλλαζα το τέλος, η μουσική επένδυση των βραδινών μου ονείρων διακόπτεται βίαια από το συνωμοτικό γρατσούνισμα της πόρτας , οι απαισιόδοξες σκέψεις που οι άλλοι Ιδιαίτεροι έχουν το χάρισμα να διώχνουν μακριά, ίσως αν πρωταγωνιστούσα, είπε ή είπα, στο «Ηλεκτρικό πρόβατο» να είχα το ρόλο του Ίσιντορ, ένας Ιδιαίτερος είμαι και εγώ, απλά ακόμα ψάχνω με ποια σημασία

«Τι περιμένεις να συναντήσεις στα τρένα;»

-Όλα όσα δεν έχουν κινηματογραφηθεί.

Εμπειρίες

Φεύγεις,

Και νιώθεις ελεύθερος

Μία παύση σε όλη την καταπίεση

Και Την βλέπεις,

Και αμέσως όλες σου οι προκαταλήψεις σβήνουν

Και αυτοί ευγενικοί κόντρα σε όλα όσα λέγονται

Δεν Την χορταίνεις,

Όχι ότι το κατάφερε αυτό κανείς

Γεμάτη μυρωδιές

Τόσο πράγματα να δεις

Όλες σου οι αισθήσεις σε εγρήγορση

Γεμάτη μουσικές

Που ακόμη και τώρα δεν έχεις σταματήσει να ακούς

Και δένουν μοναδικά

Με τις σπηλιές

Με τις οποίες εκμηδενίζεις τις αποστάσεις

Και το βράδυ από τον όγδοο

Καθόμαστε όπου βρούμε

Και αφήνουμε

τις κουρτίνες ανοιχτές

Για να μη χάσουμε τίποτα

παρέα με Αλκίνοο,Καζαντζίδη,Νταλάρα

συζητώντας,γελώντας,ακούγοντας

λες και η βελόνα του χρόνου

πάει πιο αργά

για να σε αφήσει

να το ζήσεις λίγο ακόμη

κάτι που εναγωνίως

κάποια μέρα θα περιμένεις

να επαναληφθεί

(άντε τώρα φύγετε,είναι αργά)

Και την άλλη μέρα

Ξυπνάς πρώτος

Γιατί δεν αντέχεις την αναμονή μέχρι να Την ξαναδείς

Να Την ξαναπερπατήσεις

ένα ποίημα που έχεις την τύχη

να το βλέπεις μπροστά σου

ζωντανό

Και η βόλτα στο Βόσπορο

Καθαρίζει ένα μυαλό

Που βρίσκεται σε σύγχυση

Και άλλα τόσα

Που νιώθουν το ίδιο

Τα πέρα-δώθε στα μουσεία,

Μνημεία,

Εκκλησίες,

Τζαμιά

αγορές,

ανάμεσα σε πάγκους

γεμάτους χρώματα,

τα καυτά κάστανα στις ευτυχισμένες χούφτες,

ο καφές με το καϊμάκι,

ένα χέρι μέσα σε ένα άλλο,

οι σακούλες που κλείνουν στο πρωινό,

το άδειο μπαρ και οι κλεφτές ματιές,

μια αγκαλιά για μια φωτογραφία

και άλλη μία για καληνύχτα,

χαμόγελα αυθόρμητα,

οι βιτρίνες γεμάτες φως,

το τοπίο όταν περνάς απέναντι το δρόμο,

τα πειράγματα και τα παρατσούκλια,

ο κόσμος που τρέχει,

ένας πολύτιμος λόγος το Σάββατο το πρωί

και άλλοι τόσοι

αποτυπώνονται γερά

Σε μία μνήμη

που έχει πάρει όρκο

Να μην ξεχάσει.

Μια τούρκικη ακαταλαβίστικη μπάντα,

(ναι εσύ το ζεις αυτό)

μερικά σημειωματάκια σε χαρτοπετσέτες,τσιγάρα,χαρτιά,

γκριμάτσες,

χοροί,

το μπλε μαρκαδοράκι

να λερώνει τα δάχτυλα,

η μπύρα που δεν ξέρω αν είναι δικιά μου

Και ένα μονίμως σοβαροαστείο βλέμμα

Που προσφέρει άφθονο γέλιο

από κάποια

Που έχει βαλθεί

να μη σοβαρέψει ποτέ

μαζί με εμάς

αποτελούν τον ιδανικό επίλογο

Σε κάτι που δε μπορεί να τελείωσε

ακόμη.

και τα φλας των μηχανών

κάνουν αγώνα μεταξύ τους

για το ποια θα μαζέψει τις περισσότερες αναμνήσεις

«ναι ήμασταν εμείς εκεί,να κοίτα»

βροντοφωνάζουν.

Τώρα

Μερικές μέρες μετά

Όταν το μεγαλείο δεν έχει σβήσει

Όταν το μυαλό ανακαλεί εικόνες

όταν τα παγκάκια με τα ποιήματα

ξεκουράζουν 

ένα αγχωμένο σώμα

Όταν οι συζητήσεις ξαναπαίζονται στο μυαλό

Όταν αυτή η γλυκιά μελαγχολία

Παραμένει

η πιο πονηρή και αισιόδοξη πλευρά υπόσχεται

Με το βλέμμα προς την ανατολή

«εις το επανειδείν»

στην Πόλη

που πρόσφερε

ότι είχε και δεν είχε

σε εμάς

και γι’αυτό

την ευχαριστούμε.

DSCN0822

 

Ένα σπουργίτι φέρνει την άνοιξη

Δύο τραγούδια περπατούν δίπλα δίπλα στη rue de Belleville στο Παρίσι τυλιγμένα στα παλτά τους.

Τότε λέει το πρώτο:

-Λατρεύω να μιλάνε οι άνθρωποι για μένα. Να σιγοψιθυρίζουν τους στίχους μου, να θαυμάζουν τη μουσική μου, να εξυμνούν την τελειότητα μου…

Τότε λέει το δεύτερο:

-Λατρεύω να μιλάω στις καρδιές των ανθρώπων. Εκεί όπου αρχίζουν και τελειώνουν όλα…
……
Αν μπορούσα να διαλέξω μόνο δύο,

Τότε θα μιλούσα γ’αυτό

Και θα σώπαινα ,ακούγοντας να μου μιλάει αυτό

Και αυτή μετά από αυτό, έχω ορκιστεί να την λατρεύω και να την ευγνωμονώ  εφ’όρου ζωής
….

Και επειδή με την Edith ποτέ δε ξεμπερδεύεις εύκολα

Edith_Piaf

Κάποιοι τραγουδιστές,θα ζουν για πάντα…

Ευχαριστώ για τη μουσική και για όλα τα άλλα…

Θέρος…

-Τζο χτυπάει το τηλέφωνο σου

Ένα βλέμμα γεμάτο δυσφορία πλανήθηκε στα μάτια του Τζο

-Αμφιβάλλω Κάρολ

Κάρολ; Η υπόθεση βρωμάει Rolling Stones!

Θα μπορούσε..Δεν το είχα σκεφτεί έτσι

Και Chuck Berry μαζί!

Ούτε αυτό το είχα σκεφτεί

-Καλέ μου το τηλέφωνο σου χτυπάει

Ο Τζο την καρφώνει με το βλέμμα του και της λέει ξερά

-Όχι Κάρολ. Αν θες να με ξεφορτωθείς πρέπει να βρεις άλλο τρόπο

– Ωωω Τζο έχεις μεγάλη φαντασία

-Κάρολ, αρκετά, λέει ο Τζο κρατώντας τα δόντια του σφιγμένα

-Καλά Τζο αλλά ίσως να είναι ένα από αυτά τα έκτακτα ραντεβού [η Κάρολ τονίζει ιδιαίτερα αυτές τις τελευταίες δύο λέξεις και κοιτάει τον Τζο για μερικά δέκατα του δευτερολέπτου με την άκρη των ματιών της] που έχεις τελευταία…Κρίμα να το χάσεις..

-Ωραία αγάπη μου [Ο Τζο τονίζει με τη σειρά του τις δύο τελευταίες λέξεις] μήπως θες να μιλήσουμε για το ξαφνικό ενδιαφέρον που έχεις δείξει τελευταία για την κηπουρική; [Ο Τζο κοιτάει την Κάρολ και χαμογελάει ευχαριστημένα μόλις αντικρίζει την παγωμάρα στο βλέμμα της]

-Αχ Τζο [ Η Κάρολ βάζει τα κλάμματα] εγώ το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να ανοίξουμε κουβέντα και εσύ άρχισες να μου επιτίθεσαι. [Ρουφάει μια φορά τη μύτη της] Τόσες ώρες είμαι μόνη μου στο σπίτι, τι άλλο να κάνω; [Ρουφάει μία δεύτερη φορά την μύτη της] Βαρέθηκα! Και εσύ αμέσως να με παρεξηγήσεις! [Το κύμα των λυγμών κοπάζει]

Ο Τζο δεν μιλάει και συνεχίζει να διαβάζει  την εφημερίδα του

Η Κάρολ απλώνει το χέρι της και πιάνει το δικό του          

-Έλα τώρα Κάρολ! Αηδίες [σε αυτό το σημείο απομακρύνει όχι και πολύ διακριτικά το χέρι της και αλλάζει σελίδα στην εφημερίδα του]

Αρχίζουμε να βαριόμαστε… Κλασικά η Κάρολ κλαίει, ο Τζο αδιαφορεί, παράτα τους στην ησυχία τους

Δηλαδή να το σταματήσω;

Κάνε ότι θες..Αλλά η ευθύνη  είναι όλη δικιά σου..Εγώ στο είχα πει!

Η Κάρολ μένει για λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλή κοιτώντας το χέρι της

Θυμάσαι Τζο, [μελαγχολικό ύφος] θυμάσαι τότε που γνωριστήκαμε έπαιζε το Mess Around του Ray Charles..Χορεύαμε και μετά πήγαμε στο λούνα παρκ..[αρχίζει να χαμογελάει] Τότε δεν διάβαζες συνεχώς την εφημερίδα σου, τότε δεν ήμουν η υστερική όμορφη γυναίκα σου… [παύση] Τότε είχαμε πράγματα να συζητήσουμε..Πόσο έχεις αλλάξει από τότε, πόσο έχω αλλάξει από τότε…

Ο Τζο έχει πάψει να διαβάζει την εφημερίδα του

Η Κάρολ δεν δείχνει να το προσέχει..Έχει αρχίσει να ταξιδεύει

-Ξέρεις Τζο όταν κλείνω τα μάτια μου φαντάζομαι ότι βρίσκομαι σε ένα σπίτι με κήπο όπου απλώνεις το χέρι στα δέντρα και γεύεσαι τη φύση… «But life goes on and this world keeps on turning» ακούγεται από μέσα..Τα πράσινα παράθυρα είναι ανοιχτά, στο περβάζι έχουν έναν βασιλικό που κάθε μέρα ψηλώνει.. Ανεβαίνω πάνω να απλώσω τα ρούχα, η ξύλινη σκάλα τρίζει και βλέπω το κύμα να σκεπάζει την άμμο. Δίπλα στη μεγάλη βιβλιοθήκη κοιμάται ο σκύλος. Παίρνω ένα βιβλίο, κατεβαίνω στην παραλία και εκεί που κάθομαι μπορώ ακόμη να ακούσω τον Al Green να τραγουδάει «I’m gone stay right here if you should ever find that you need me»

Αρχίζει να χαμογελάει και στρέφει το κεφάλι της προς τον Τζο

-Τζο εσύ τι ονειρεύεσαι όταν κλείνεις τα μάτια;

Ο Τζο διστάζει λίγο και μετά παραδομένος κλείνει τα μάτια

-Ονειρεύομαι ότι είμαι στο λούνα παρκ, στη ρόδα και βλέπω όλη την πόλη να απλώνεται μπροστά μου. Χάνομαι σε γνωστά στενά ανάμεσα σε γνώριμες μυρωδιές και μουσικές. Ονειρεύομαι εκείνη την μέρα που οι δυστυχίες θα βρίσκονται μόνο στα παλιά βιβλία της ιστορίας και το “Imagine” θα περιγράφει την πραγματικότητα. Ονειρεύομαι τη μέρα που θα  ανοίγω το παράθυρο και θα ελευθερώνω τις μελωδίες του Jerry Lee Lewis και αυτές θα καλύπτουν όλους τους άλλους θορύβους. Τη μέρα που δε θα είμαστε πια μουτρωμένοι, θυμωμένοι, προβληματισμένοι, απελπισμένοι και θα μεθάμε με τους Ozric Tentacles. Ονειρεύομαι τη μέρα που εσύ δε θα με συγκρίνεις με τον άψυχο Χήθκλιφ και εγώ δε θα σε συγκρίνω με τη σκληρή Κάτυ.

Παίρνει μια βαθιά ανάσα και πιάνει τρυφερά το χέρι της Κάρολ

-Τζο,  η ζωή είναι ποίηση και εμείς είμαστε ποιητές που στερέψαμε από έμπνευση.. Δε νομίζεις ότι ήρθε η ώρα να ξαναρχίσουμε το γράψιμο;

Ο Τζο γνέφει αποφασιστικά και η Κάρολ ακουμπά το κεφάλι της στον ώμο του

“Well I don’t know where I’ll go now and I don’t really care who follows me there, but I’ll burn every bridge that I cross and find some beautiful place to get lost”

Ησυχία

Τι τελείωσε;

Σχεδόν

Δεν μου πες όμως πως είναι ο Τζο εξωτερικά

Είναι τραγική ειρωνεία το ότι έχεις μυωπία..Τέλος πάντων…Ο Τζο ε; Χμμ..Σαν τον Cary Grant..

Ενδιαφέρον..Και η Κάρολ;

Σαν την Katherine Hepburn

Σε ποια ταινία;

Έχει σημασία; Ίσως στο Philadelphia Story

Όχι σαν την Audrey Hepburn στο My Fair Lady;

Όπως σε βολεύει

Καλά  τελείωνε το καμιά φορά

Α τελείωσε όση ώρα συζητάγαμε

Και τι έγινε;

Μόλις η Κάρολ τελείωσε το τραγούδι έμειναν για λίγο καθισμένοι έτσι  μετά τίναξαν τα πετραδάκια από τα πόδια τους και πήγαν σπίτι..Μην ξεχνάς ότι είναι ποιητές

Τι παράξενα όντα που είναι αυτοί οι άνθρωποι.. Ευτυχώς αυτοί εδώ δεν άρχισαν να  συζητάνε για εκείνο εκεί το κουμάσι τον Ντάουν Τζόουνς που ανάθεμα και αν τον έχω δει ποτέ μου!

Ε και τι σκας; Ούτε εγώ τον έχω δει ποτέ μου!

Καλά βούτα το κεφάλι σου μέσα τώρα γιατί θα πλακώσουν οι ψαράδες και δεν έχω καμία όρεξη να βρεθώ στο στομάχι κανενός άκαρδου δολοφόνου

Δίκιο έχεις..Πάμε να παίξουμε μπάλα με τα χταπόδια;

Πάλι μαλλιά κουβάρια θα γίνουμε..Πρέπει να κάνουμε μεταγραφή την σαρδέλα.

Έχει μάνατζερ την καραβίδα…Άντε να βρεις άκρη τώρα…

Tick Tack Goes My Automatic Heart

«Mary Ann do you remember the tree by the river when we were seventeen? »

Άνοιξα τα μάτια. Το ρολόι έλεγε 5 και 5. Ναι είμαι δεκαεφτά. Δεν είμαι η Mary Ann,όχι δεν θυμάμαι το δέντρο δίπλα στο ποτάμι αλλά μου άρεσε που ξύπνησα έτσι. Ξέρω ένα δέντρο που μεγαλώνει στο Μπρούκλιν αλλά όχι δεν είμαι η Mary Ann.. Μπορεί όμως να ήμουν κάποτε…

Φασαρία στις 5 και 5

Μπόλικοι χτύποι καρδιάς, μπόλικες ανάσες, πήγα ήρεμα και χτύπησα συνωμοτικά το κλουβί του καναρινιού αλλά δε μου χάρισε τραγούδι.

Έκατσα σε μία γωνία και άκουσα τον Ά θεατρίνο να απαγγέλει: Έξω, συ πόρνη τύχη! Όλοι εσείς θεοί σε γενικό συμβούλιο πάρτε της τη δύναμη. Στεφάνια, αχτίνες του τροχού της σπάστε τα όλα, κυλήστε και το στρογγυλό το αξόνι κάτω απ’ του ουρανού τα πλάγια στα βαθιά τα τάρταρα!*

Χειροκρότησα.

3 χαρακτηρισμοί που ίσως να τους άξιζα ίσως και όχι.

Είμαστε αχάριστοί φώναξε χωρίς ήχο τόσο δυνατά που ακόμη και το βιολί μέσα στα αυτιά μου έχασε κάποιες νότες..

Βέβαια ,συμπλήρωσε την ώρα που το βιολί μπήκε μέσα στη θήκη του και μου ούρλιαξε υπέροχα «παραιτούμαι», μην απογοητεύεσαι, μπορεί και να τα παραλέω, μην με ακούς!

Χωριατόπαιδο

Φοβήθηκα να ακουμπήσω τον παπαγάλο στο πόδι μου.

Ίσως τον τρόμαζα, ίσως έφευγε..Ίσως καταλάβαινα ότι δεν είναι αληθινός

Έπιασα ένα ροδάκινο από το δέντρο το έσφιξα μέσα στη χούφτα μου, το έκανα μαρμελάδα και το έφαγα με ψωμί

Έτσι απλά

Κάπου είδα την Μοσχούλα

Κάπου και τον Μουσμουλένιο

«Κοίτα πως είσαι! Κοίτα! Πάλι τα ίδια;»

«Δε φταίω εγώ! Ο Τράβις»

«Άλλος πάλι και τούτος! Και σου ‘χω πει εκατό φορές να μην κάνεις παρέα με τέτοιους τύπους που χάνονται στην έρημο! Πήγαινε να πλυθείς, όλο χώματα έχεις!»

ἕξεις

«Oh love is like a beautiful girl who smiles for you»

Μπήκα μέσα στο θερμοκήπιο και έκατσα δίπλα στις ντομάτες. Αυτή η πράσινη με το λίγο κόκκινο μου θύμισε ντροπαλό κορίτσι. Η άλλη η μεγάλη που ήταν κοντά στην πιο μικρή απ’όλες μου θύμισε υπερπροστατευτική μάνα . Έβαλα το χέρι μου πάνω της και της χάιδεψα τα μαλλιά

Είχε δίκιο ο Παναγής

Να και αυτή η κολοκύθα θα μπορούσε να ήταν αυτή που η καλή μάγισσα μεταμόρφωσε σε άμαξα.

Είχε κάτι. Λες και είχε περάσει από πάνω της μία αιωνιότητα και τώρα αποφάσισε να ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της ήρεμα

Όχι δεν ήταν μία απλή κολοκύθα

Μύρισα το νωπό χώμα

Έκατσα πάνω του και έγινα ένα μαζί του

Έψαξα να βρω την Φράνσι

«ἐσθλοὶ μὲν γὰρ ἁπλῶς, παντοδαπῶς δὲ κακοί.» έγραφε ο Αριστοτέλης

Θα το θυμάμαι

Κάτι μαλλιάδες άρχισαν να παίζουν μουσική

Άφησα τον εαυτό μου και τους ακολούθησα

ἕξεις

Ο εαυτός μου μούγκρισε θυμωμένα για άλλη μία φορά

«Βουλ…»

Θυμήθηκα την Καίτη Νόλαν που έλεγε «Μην λέτε βούλωσε το ο ένας στον άλλον»

Σταμάτησα

Ξεφύσηξα

-«Να βάλω και αυγά;»

-«Στο μαγικό φίλτρο αυγά; Γιατί;»

-«Ε τα αυγά παντού ταιριάζουν..Σε όλα τα βάζουμε!»

-«Δεν κάνουμε κέικ, ξόρκι κάνουμε, άντε ανακάτευε και έλα να πούμε τα λόγια»

Ένιωσα ένα γαργάλημα στον δείκτη και έπειτα ένα παιχνιδιάρικο δάγκωμα στον παράμεσο.

Άφησα τον ντετέκτιβ Μάλοουν να κάνει την δουλειά του

Είναι κάτι φορές που θες να χαθείς , να εξαφανιστείς, να κρυφτείς όπως ακριβώς κρύβεται αυτό εδώ το μπεζ πλασματάκι ανάμεσα στα δικά μου πόδια..

Μετά φαντάζεσαι ότι περπατάς στην παραλία με την κιθάρα να γκρινιάζει μελωδικά σε κάθε σου βήμα και ξεχνιέσαι παρατηρώντας και κάνοντας παρέα με τα διαφορετικά βότσαλα που έχουν να σου διηγηθούν αμέτρητες πειρατικές και μη ιστορίες..

Κλείνεις τα μάτια και ακούς

Μάθε να ακούς μου ‘χαν πει

Πολύ ησυχία στις 6 και 5

Η κιθάρα δεν γύρισε πίσω

Το βιολί έπιασε αλλού δουλειά

Η φυσαρμόνικα με παράτησε

Τα ντραμς απαγορεύονται στις 6 και 5

Το καναρίνι με μισεί

Χτύπησα τα πόδια στο κρύο πλακάκι, τα χέρια στους δροσερούς τοίχους και μετά στα γεμάτα δαχτυλιές τζάμια και έπαιξα μουσική

Και όλα με ακολούθησαν

Η σιωπή άρχισε να μου τραγουδά

Ένα δάκρυ ξέφυγε από τη θέση του από κάποιο μάτι την ώρα που κλείστηκα στο κλουβί.

Τέντωσα το χέρι, το έπιασα και το έβαλα στο λουλούδι για να ανθίσει

«Όλα τα παιδιά…»

«ἕξεις , μαμά, ἕξεις», είπα μαλακά

Έβγαλα τον ιππόκαμπο από τον πλακάκι και έχωσα στις τσέπες μου τον πλαστικό αστερία

Η άμμος αγκάλιασε τα πόδια μου, πήρα την καρέκλα, περπάτησα στη θάλασσα και την έβαλα εκεί που μου είχε υποδείξει ο τριγωνοψαρούλης.

Του πέταξα τον ιππόκαμπο και τον αστερία

Ο ήλιος αφού φόρεσε τη μάσκα του βούτηξε μέσα στα μπλε ζεστά νερά

Αιωνιότητα

Τικ τακ

Μπορεί και να ονειρευόμουν σκέφτηκα

Είχα ακόμη την αλμύρα γύρω από τα χείλη μου, λίγο δίπλα από το κόκκινο κραγιόν

Άκουγα τους ρυθμικούς ήχους τις καρδιάς και κατάλαβα πόσους λόγους έχει για να συνεχίσει ακάθεκτα το έργο της

Χρέος μου να της δίνω καθημερινά ακόμη περισσότερους

Όχι ήθελα να φωνάξω, δεν είμαστε αχάριστοι, γεννηθήκαμε, ζούμε και υπάρχουμε για να παράγουμε, να δίνουμε και να παίρνουμε αγάπη…

Και τότε το καναρίνι μου χάρισε μια νότα

Και τότε το καναρίνι μου χάρισε έναν χτύπο

*Απόσπασμα από τον Άμλετ Του Σαίξπηρ

Στην άκρη του απείρου…

Τα φώτα σιγά σιγά ανάβουν. Ακούγονται ήχοι από βήματα που πλησιάζουν και ένα σιγανό σφύριγμα..

Φόντο: Βρισκόμαστε μέσα σε ένα μικρό σπίτι. Ένα τραπέζι με 4 ξεχαρβαλωμένες καρέκλες δεσπόζει στο χώρο. Πίσω ένας μικρός καναπές με ένα καφέ κάλυμμα. Δεξιά μία κουζινούλα. Δίπλα από τον καναπέ βρίσκεται μία άλλη πόρτα που δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε καθόλου μαζί της.

Η ηρωίδα μπαίνει από την δεξιά  πόρτα που κανείς μας δεν βλέπει αλλά υποθέτουμε ότι κάπου υπάρχει. Πετάει την τσάντα της κάτω και βγάζει από την τσέπη της γκρι της ζακέτας κάτι και το τοποθετεί πάνω στο τραπέζι. Βήχει μία φορά  και …

«Σε ξεγελάει ο καιρός. Να ντύνεσαι καλά ακόμη. Εδώ επειδή είμαστε ανάμεσα στα δέντρα έχει ψύχρα το βράδυ.. Απλά στο λέω σε περίπτωση που έρχεσαι συχνά στα μέρη μας να ξέρεις..» Τα  χέρια μπαίνουν  μέσα στις τσέπες της μαύρης φόρμας και ξαναβγαίνουν. Τρίβουν το ένα  το άλλο για μερικά δευτερόλεπτα  και ξαναμπαίνουν στην κρυψώνα τους. Τα χείλη δαγκώνονται και τα μάγουλα  κοκκινίζουν

«Αυτά…Ε…ναι αυτά..αχ συγχώρεσε με μωρέ, πάντα είχα άγχος στις πρώτες γνωριμίες. Για αυτό σταμάτησα να κάνω  γνωριμίες. Και για άλλους λόγους αλλά αυτό θα το αναλύσουμε άλλη φορά. Ωραία. Ε λοιπόν, για να γνωριστούμε, αν θυμάμαι καλά, πρέπει να πούμε η μία στην άλλη το όνομα μας.. Ε ξεκίνα..»

Μία μικρή ρυτίδα εμφανίζεται στο μέτωπο και ένα αμήχανο χαμόγελο στα χείλη.

«Δεν έχεις όνομα. Καλά μη σκας. Και μη νιώθεις ντροπή. Ούτε εγώ θα έχω . Δεν μας χρειάζεται άλλωστε. Είμαστε μόνες μας στο σπίτι. Θα είμαστε απλά «εγώ» και «εσύ». Μικρή παύση. Μικρό κούνημα του κεφαλιού δεξιά αριστερά, σημάδι ότι ζυγιάζει αυτό που μόλις άκουσε.. Χμμ ναι σωστά. Τα πάντα εδώ μέσα έχουν καρδιά και ψυχή, οπότε ναι δεν είμαστε μόνοι μας. Θα σου τους γνώριζα έναν έναν αλλά αυτοί είναι χειρότεροι από μένα στις γνωριμίες. Ίσως, αν με αντέξεις και ξαναρθείς, να σου τους γνωρίσω .»

Κάθεται σε μία καρέκλα άτσαλα  και προσπαθεί να σιδερώσει με τα χέρια την γεμάτη ζάρες μπλούζα της

«Ναι η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι ιδιαίτερα διάσημη στο σχολείο. Ίσως λόγω αμφίεσης. Ίσως λόγω μούρης .Ίσως λόγω οικονομικής κατάστασης. Κόρη του ελαιοχρωματιστή και της καθαρίστριας, ξέρεις πως είναι αυτά. Έχω έναν φίλο τον…» Παύση «όχι ονόματα. Θα σου πω το παρατσούκλι του. Λουίτζι. Η φάτσα του μου θυμίζει τον Λουίτζι.Άσε που φοράει συνέχεια ένα πράσινο καπέλο με ένα L πάνω…Πάμε στο πάρκο τα απογεύματα και του παίζω κιθάρα. Δανείζομαι τα δικά του χέρια όμως,γιατί τα δικά μου είναι πολύ μικρά αλλά κρατάω τα νύχια μου. Αυτός τρώει τα δικά του.»

Θυμάται  κάτι,ένας θεός ξέρει τι, και αρχίζει να γελάει μόνη  της…

«Να σου βάλω κάτι να πιεις; Νερό δηλαδή γιατί το ψυγείο μας δεν έχει και κάτι άλλο.Όπως θες. Αλήθεια τι είναι αυτά τα τελευταία νέα σχετικά με εκλογές κτλ ; Άκουσα ότι έγινε χαμός. Λέω να μην μάθω πολλές λεπτομέρειες όμως. Με μελαγχολούν και με αγχώνουν αυτά τα νέα. Άσε που δεν έχουμε και τηλεόραση στο σπίτι. Ο μπαμπάς την πούλησε το καλοκαίρι για να καλύψει κάτι έξοδα. Η μαμά φώναζε. Του έλεγε να πουλήσει το πικ-απ ή κανέναν δίσκο του αλλά ο μπαμπάς ούτε να το ακούσει! Είπε ότι η τηλεόραση είναι άχρηστη ενώ ο φίλος του ο Van Morrison είναι απαραίτητος τόσο για αυτόν όσο και για το παιδί του. Εμένα δηλαδή. Α ο μπαμπάς λέει ότι τον έχει συνοδέψει σε όλες τις φάσεις τις ζωής του. Γι’αυτό είναι τόσο καλός του φίλος.»

Μικρή παύση. Το βλέμμα δείχνει ότι το μυαλό ταξιδεύει κάπου  αλλού. Η μικρή σηκώνει το χέρι και χτυπάει δυο-τρεις φορές το ξύλινο τραπέζι, παίζοντας πιθανόν μία μελωδία. Το υπόλοιπο σώμα αρχίζει να κουνιέται ελαφρώς στο ρυθμό αυτής της γνώριμης πλέον μουσικής.

Επιστροφή στο παρόν με ένα ελαφρύ τίναγμα

«Συγγνώμη, αφαιρέθηκα..Α ναι; Με είδες στο περίπτερο; Κάθε βράδυ εκεί είμαι..Είναι το στέκι μου..Ξέρεις την πρώτη φορά που πήγα σε αυτό το περίπτερο ήταν για να πάρω  μία αφίσα από ένα περιοδικό. Όχι για να την αγοράσω. Να την πάρω. Ντρέπομαι και που το λέω αλλά δεν είχα λεφτά ως συνήθως. Με έπιασε στα πράσα η περιπτερού όμως, η..» Παύση «όχι ονόματα. Η περιπτερού σκέτο λοιπόν. Μου χάρισε την αφίσα μαζί με το περιοδικό. Και μου χάρισε και ένα βιβλίο. Περίμενε να δεις.»

Ανοίγει εκείνη την πόρτα  δίπλα από τον καναπέ ,που τελικά θα ασχοληθούμε λίγο μαζί της  και επιστρέφει αμέσως με κάτι χοντρό ανάμεσα στα χέρια της. Κλείνει την πόρτα πίσω της που τρίζει παραπονεμένα. Αφήνει το βιβλίο πάνω στο τραπέζι

«Να μύρισε τις σελίδες. Έχεις μυρίσει κάτι πιο ωραίο; Ακούμπα και τα φύλλα με τα χέρια σου. Δε νιώθεις τις λέξεις να αγκαλιάζουν τα δάχτυλα σου; Όντως, όπως το είπες, μοναδικό συναίσθημα. Ε; Που είχα μείνει; Α ναι.. Ναι που λες η περιπτερού με ενημερώνει για όλες τις εξελίξεις και γενικά για όλα τα πράγματα. Μη κοιτάς που είναι περιπτερού, δεν έχει καμία σημασία αυτό…Ου άμα δεις πόσα ξέρει, θα πάθεις πλάκα! Την επόμενη φορά μπορεί να στη γνωρίσω. Θα μας πει και καμία ιστορία που τις λέει τόσο ωραία, ίσως μας πάει και στον κήπο που είναι γεμάτος λουλούδια..»

Ενώ τα χέρια παίζουν με την στραβή κοτσίδα, τα μάτια μετακινούνται πάνω στο τραπέζι και ανοίγουν απότομα από την έκπληξη

«Αλήθεια χάρηκες; Που με γνώρισες; Σοβαρά; Τι να σου πω. Όταν σε είδα στην πόρτα νόμιζα ότι θα πεθάνεις από την βαρεμάρα σου μαζί μου. Ε; Μπα όχι. Χαίρομαι που μπορώ να βάφω το μικρό δωμάτιο μου μόνη μου, που τα καλοκαίρια ο μπαμπάς βγάζει μερικά σανίδια από την σκεπή του δωματίου και κάθε βράδυ ξαπλώνω και βλέπω όλα τα αστέρια και κάνω ευχές όταν πέφτουν,που τα βράδια μας παίζει κιθάρα δίπλα στο ποτάμι με τα κρυσταλλένια νερά, που πάμε καμιά φορά στη θάλασσα και κάνουμε βραχιόλια από κοχύλια,που ζωγραφίζουμε με χρώματα τις πέτρες,  που καθόμαστε στην αιώρα και διαβάζουμε βιβλία τα οποία βρίσκουμε πεταμένα από δω και από εκεί-απίστευτο το τι πετάει ο κόσμος-, που η περιπτερού με τα λακκάκια στα μάγουλα  φροντίζει για τη μόρφωση μου, για τους ελάχιστους αλλά καλούς φίλους που έχω και για τις δικές σας ευχάριστες επισκέψεις. Οπότε όχι. Δε στεναχωριέμαι για τα λεφτά.»

Η πιτσιρίκα μετά από 1-2 στιγμές γνέφει καταφατικά , σηκώνεται παίρνει κάτι από το τραπέζι,του κλείνει το μάτι και πάει προς το μεγάλο παράθυρο

«Βεβαίως!όποτε το θελήσεις ξανά.Πρέπει να σου πω και το τραγούδι για να έχεις καλό ταξίδι. Κάτσε να δεις πως μου το έλεγε η γιαγιά μου…Πέτα πέτα πασχαλίτσα,πέτα πέτα μακριά…

Τα φώτα σβήνουν, η φωνή απομακρύνεται , το φως του φεγγαριού τρυπάει ύπουλα στο δωμάτιο και ένα δίσκος μπαίνει στο πικ-απ…