Πέτρα,Μολύβι,Ψαλίδι,Χαρτί

Σε έναν κόσμο τόσο ερασιτεχνικά φτιαγμένο , οι έφηβοι μπορούν ακόμη να ελπίζουν και να ονειρεύονται ακόμη και μετά το ρυθμικό χτύπημα του ξυπνητηριού. 

Ένας από αυτούς και εγώ.

Σήμερα το πρωί ξύπνησα με μία μικρή ενόχληση στην πλάτη. Το χέρι μου κινήθηκε αυτόματα προς το σημείο από όπου ερχόταν αυτή η ενόχληση. Άνοιξα με έκπληξη τα μάτια. Μέσα στην παλάμη υπήρχε ένα μικρό φτερό. Με αυτό το φτερό γράφω και αυτές τις γραμμές, ευτυχώς το καλαμάρι που ονειρεύτηκα το βράδυ, δέχτηκε να μου δανείσει λίγο μελάνι.•

Εκτός από τις δικές μου ρυθμικές ανάσες, είναι λίγος καιρός τώρα που ακούω και κάποιες άλλες. Τον τελευταίο καιρό συγκατοικώ. Με τρεις μικρές πέτρες. Δε μου αρέσει να χαλάω εντυπώσεις γι’αυτό δε θέλω και να με γνωρίζουν αλλά αυτές οι μικρές πέτρες είναι ένα από αυτά τα δώρα που μόνο ορισμένοι άνθρωποι ξέρουν να κάνουν. 

Όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο δένομαι μαζί τους…

•Σήμερα τις ένιωθα λιγάκι ανήσυχες. Λογικό. Με τόσο ωραίο καιρό αυτές έμεναν μέσα. Αποφάσισα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να τους ξεναγήσω και να τους δείξω και τον δικό μου κόσμο.

Ένιωθα τις καρδιές τους να χτυπούν δυνατά μέσα στην παλάμη μου, ανάμεσα σε εκείνες τις γραμμές που δε μπορούσα να αποκρυπτογραφήσω το νόημα τους. Περίμεναν και αυτές υπομονετικά μία γριά τσιγγάνα να τις ψηλαφίσει περίεργα , να δει που αρχίζουν και που τελειώνουν, που διακλαδίζονται και να μου πει τι πρόκειται να φέρει το μέλλον. ••

Ο κήπος είχε ανθίσει και σε συνδυασμό με τις πέτρες που λαμπύριζαν στο φως του ήλιου και έμοιαζαν με πολύχρωμα διαμάντια, έφτιαχναν μία υπέροχη εικόνα, τόσο όμορφη που σίγουρα είχε βάλει το χέρι της η ρουφιάνα η μαγεία. Τελικά δεν χρειαζόμουν την γριά τσιγγάνα για να μου πει το μέλλον μου. Αυτές οι πέτρες μου το είχαν μόλις δείξει…

Είναι ένας χρόνος τώρα που νιώθω ότι το αίμα στις φλέβες μου βράζει, ότι χωράω σε πολύ λίγα μέρη, που ανεβαίνω κρυφά από όλους σε κιθάρες τύπων που άμα τους έβλεπαν οι γονείς μου θα με κλειδαμπάρωναν στο σπίτι, που τρέχω πίσω από κάμερες σκηνοθετών και βλέπω τον κόσμο όπως τον βλέπουν αυτοί, που χώνομαι ανάμεσα σε γραμμές βιβλίων , που κρύβω μέσα στις τσέπες μου πολύτιμα μικρά πραγματάκια, που εξασκώ τη μνήμη μου να θυμάται τα λόγια 5-10 ανθρώπων και όσα ακόμη η ίδια θεωρεί σημαντικά, που ταξιδεύω με την φαντασία και πετάω σε διάφορα σημεία σπίτια και λεφτά από την μονόπολη ελπίζοντας να αποκτήσουν αξία και να κάνουν τους ανθρώπους περισσότερο ευτυχισμένους.Αν αυτό χρειάζονται..

Δε μπορείς να κάτσεις και να ελπίζεις ότι η ζωή σου θα είναι διαφορετική, τη ζωή σου πρέπει να την κάνεις διαφορετική. Και ο καλύτερος τρόπος να το πετύχεις είναι να αποκτήσεις ένα πολύχρωμο μολύβι σαν αυτό και να ζωγραφίζεις την κάθε μέρα με άλλο χρώμα.

Σήμερα ας μην μετρήσουμε like, ας μην μετρήσουμε λεφτά, ας μην μετρήσουμε τίποτα. Σήμερα ας ζήσουμε...

Χαστούκι Ζωής

Μπρρρρ…Κρύο! Εμ σου λεγα εγώ να βάλεις μπουφάν..όχι εσύ, εκεί εσύ ξεροκέφαλη..και σκασίλα μου για σένα..εγώ τι φταίω?? Σταμάτα γκρινιάρη..Θα έχει ζέστη στο φροντιστήριο..Καλά σήμερα σου ήρθε να τα επιστρέψεις όλα αυτά τα CD και τα βιβλία?? Ε ρε μπορεί να τα χρειαστεί τα listening και για κανέναν άλλο μαθητή..Σε πάω και βόλτα! Τι θα έκανες σπίτι??Θα έπαιρνα αγκαλιά το καλοριφέρ και θα άκουγα μουσική..Πρώτον, έχει καλοριφέρ εκεί που πάμε και δεύτερον αφού ρε τόση ώρα έχω στα αυτιά μου τα ακουστικά και ακούμε Florence +The Machine..Έβγαλαν και γαμάτο άλμπουμ! Οπότε κόψε τη γκρίνια..Φτάσαμε..

Άνοιξα την πόρτα και αμέσως μου ήρθε αυτό το οικείο άρωμα..Είχα περάσει 8μιση χρόνια σε αυτό το φροντιστήριο..Ειδικά τα τελευταία 2 χρόνια το είχα κάνει δεύτερο σπίτι μου.. Κατάλαβα ότι στην διπλανή αίθουσα έκαναν listening και επειδή είχα χρόνο, έκατσα σε ένα παγκάκι να περιμένω. Ήμουν λίγο απορροφημένη στη συζήτηση με τον εαυτό μου ώστε δεν πρόσεξα ότι και κάποιος άλλος καθόταν λίγο πιο δίπλα μου. Ένιωσα όμως ένα ζευγάρι μάτια να με κοιτάνε επίμονα και με την άκρη του ματιού μου διέκρινα μία πιτσιρίκα. Συνέχιζε να με κοιτά επίμονα για μερικά ακόμη δευτερόλεπτα μέχρι που γύρισα και την κοίταξα και εγώ. Ένα αμήχανο χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στα χείλη της ενώ το στόμα της άνοιξε για μερικά εκατοστά και ξαναέκλεισε λες και ήθελε να πει κάτι και μετά το μετάνιωσε.

«Γεια» της είπα.. «Γεια» μου είπε και αυτή με μία χαμηλή και ντροπαλή φωνούλα.. «Τι κάνεις;» την ρώτησα. «Καλά είμαι..εσύ;».. «Μια χαρά είμαι και εγώ..Πώς σε λένε;».. «Άννα».. «Άννα;; Χμμ..ωραίο όνομα έχεις» της είπα χαρίζοντας της ένα μεγάλο χαμόγελο..Έκανε μία γκριμάτσα και μου είπε «Εμένα δε μ’αρέσει καθόλου..» Γέλασα με τον τρόπο που το είπε. «Α κακώς! Πρώτα απ’όλα έχει ένα χαρακτηριστικό που μόνο 2-3 ονόματα έχουν..Διαβάζεται και ανάποδα..» Η μικρή σήκωσε λίγο το φρύδι της και με περιέργεια με ρώτησε τι εννοώ.. Σηκώθηκα ,πήγα μέχρι το γραφείο, πήρα ένα χαρτί και ένα στυλό και έγραψα με μεγάλα γράμματα το όνομα της.. «Βλέπεις;ΑΝΝΑ. όπως και να το διαβάσεις είναι το ίδιο..όπως και το Σάββας» Η μικρή πήρε το χαρτί στα χέρια της και το κοίταξε για μισό λεπτό δίνοντας μου την ευκαιρία να την παρατηρήσω προσεκτικά. Ήταν αδυνατούλα και είχε ξανθά μαλλιά και καφέ μάτια. Πρέπει να ήταν γύρω στα 8 με 9 χρονών. «Είναι μικρό όμως!», μου είπε. «Ε καλό είναι αυτό. Το δικό μου 5 συλλαβές έχει γι’αυτό και όλοι το κόβουνε..Α! ξέχασα να σου πω και πως με λένε..Είμαι η..» «Ξέρω ποια είσαι! Έχω ακούσει πολλά για σένα» Την κοίταξα γεμάτη απορία. «Από που με ξέρεις;» «Μας έχει μιλήσει η κυρία για σένα. Μας είπε πολλά καλά λόγια.» Όχι όχι όχι όχι .. Η μικρή ξέσπασε σε γέλια.. Φτου ..Ήξερα τι είχε συμβεί. «Κοκκίνισες», μου είπε γελώντας. Και βέβαια είχα κοκκινίσει. Δε ξέρω από ποιον το είχα κληρονομήσει αυτό το απαίσιο πράγμα. Όταν ντρεπόμουν ή όταν ένιωθα αμηχανία αμέσως γινόμουν παντζάρι.

«Εγώ δε σε ξέρω, από εδώ είσαι;» της είπα προσπαθώντας να παρακάμψω το θέμα του κοκκινίσματος μου. «όχι είμαι από ένα άλλο χωριό», μου απάντησε. «Α μάλιστα. Και τι περιμένεις εδώ; Είχες μάθημα;» «Ναι και περιμένω τη μαμά μου να έρθει να με πάρει. Έχει μία δουλειά και θα αργήσει λίγο να έρθει.» «Ας αργήσει λίγο. Να έχω και εγώ λίγη παρέα», της είπα. Τα μάτια της πιτσιρίκας έλαμψαν και μου χάρισε ένα τεράστιο χαμόγελο από αυτά που μόνο τα παιδιά ξέρουν να δίνουν. «Πόσο χρονών είσαι;» με ρώτησε. «16». «Ουάου! Ακριβώς;;» «Βασικά 16 χρονών και 9 μηνών». Η μικρή γούρλωσε τα μάτια. « Τί; Γιατί με κοιτάς έτσι; Φαίνομαι για μικρότερη;» την ρώτησα. «όχι απλά είναι η πρώτη φορά που κάποια στην ηλικία σου με θέλει για παρέα της». «Τα πάω καλά με τα παιδιά της ηλικίας σου. Και με τους μεγαλύτερους. Με τους συνομηλίκους μου έχω ένα πρόβλημα με ελάχιστες εξαιρέσεις.» της είπα χαρίζοντας της με τη σειρά μου ένα χαμόγελο. «Αδέρφια έχεις;» με ρώτησε. «Έχω μία μεγαλύτερη αδερφή.Εσύ έχεις;» «έχω μία αλλά μαλώνουμε συνέχεια». «έτσι γίνεται πάντα» . « Ναι αλλά όταν είναι η μαμά στο σπίτι προσπαθούμε να μη μαλώνουμε» « Χαχα. Καλά κάνετε. Τι δουλειά κάνει η μαμά σου;» , την ρώτησα, ελπίζοντας να μην το είχα κάνει ποτέ. « Δουλεύει στην τράπεζα» «Ωραία! Και ο μπαμπάς σου;» η μικρή χαμήλωσε το κεφάλι της για λίγα δευτερόλεπτα και μετά το σήκωσε και ψέλλισε αυτές τις 6 λέξεις . «Ο μπαμπάς μου είναι στον ουρανό…»……………..

6 λέξεις που μπορούν να μπουν σε οποιαδήποτε πρόταση και να δώσουν ένα απλό νόημα
Ο αέρας φυσούσε δυνατά
Ο μπαμπάς τους είναι κτηνίατρος
Τη γάτα μου τη λένε Σοφία
Το φαγητό είναι νόστιμο
Η γυναίκα έβαλε τα ψάρια στον καταψύκτη
Τα πουλιά πετούσαν ψηλά στον ουρανό

Σε οποιαδήποτε άλλη πρόταση όλα θα ήταν καλά. Αλλά όταν οι 6 αυτές λέξεις έμπαιναν σε αυτήν την πρόταση τίποτα δε πήγαινε καλά.

Η μικρή χαμήλωσε το κεφάλι και κοίταξε τα παπούτσια της. Εγώ ήμουν ανίκανη να πω κάτι.

Να σε χειροκροτήσουμε τώρα ή μετά;Τώρα. Κλαπ Κλαπ Κλαπ. Μπράβο γλυκιά μου. Ωραία τα κατάφερες πάλι! Σκατά τα έκανα. Μα γιατί το λες αυτό; Απλά στεναχώρησες ένα παιδί. Που να το ξέρω; Που να το φανταστώ; Μα δε μπορεί να είσαι ΤΟΣΟ ηλίθια! Δεν τα ρωτάμε αυτά!! Τι σου ήρθε να τη ρωτήσεις αυτό το πράγμα; Από όλες τις ερωτήσεις αυτή σου ήρθε να κάνεις;; Που να το ξέρω; Δε το έκανα επίτηδες. Δεν το ήξερα.Γιατί δε σκέφτεσαι πριν μιλήσεις; Γιατί δε με συμβουλεύεσαι ποτέ; Δε ξέρω. Δε το ήθελα. Δεν..δεν..Καλά ας το. Να σε δω τι θα κάνεις τώρα. Βγάλτα πέρα μόνη σου.

Κοίταξα τη μικρή. Αυτή κοιτούσε τον απέναντι τοίχο που ήταν γεμάτο ζωγραφιές. Δε μου ερχόταν κάτι στο μυαλό για να της πω. Και τι να της έλεγα;Λυπάμαι; Αυτά τα λένε οι μεγάλοι! Άσε που δε μου έβγαινε. Να περάσω σε άλλο θέμα; Και τι θέμα μετά από αυτό;Δεν ήξερα τι να κάνω.

«Έρχονται τα χριστούγεννα» μου είπε η μικρή. Την κοίταξα ανακουφισμένη που είχε μιλήσει αυτή πρώτη. Σκέφτηκα πριν της απαντήσω. Όχι άλλα λάθη. Δε με έπαιρνε. «Ναι σε λίγες μέρες. Σκέφτηκες τι θα ζητήσεις από τον Άγιο Βασίλη;» «Μάλλον επιτραπέζιο.Εσύ;» «Δε ξέρω. Τα τελευταία χρόνια δεν του ζητάω υλικά πράγματα. Βέβαια θα ήθελα ένα Cd . Θα δούμε» «Τι είναι τα υλικά πράγματα;» «Α ναι σωστά. Ε είναι αυτά που πιάνονται. Ας πούμε το επιτραπέζιο είναι ένα από αυτά.Κατάλαβες;» Κούνησε το κεφάλι καταφατικά και δεν μίλησε. Σήκωσα το μανίκι του μπουφάν μου και άρχισα να παίζω νευρικά με τα 3 μου βραχιόλια. Η πιτσιρίκα τα είδε και με ρώτησε με ενθουσιασμό αν μπορούσε να φορέσει για λίγο κάποιο από αυτά. Της είπα να διαλέξει ποιο θέλει και διάλεξε αυτό με τις κίτρινες και μπλε χάντρες.

Μιλήσαμε και για άλλα πράγματα, για το σχολείο της, για τους φίλους της και 2-3 φορές γέλασε με αυτά που είπα. Χαιρόμουν που γελούσε. Ένιωθα τύψεις για αυτό που έγινε πριν. Και εγώ γελούσα με αυτά που έλεγε. Κουνούσε τα χέρια όταν ήθελε να μου περιγράψει κάτι πολύ καλά έτσι ώστε να το καταλάβω. Όταν έβλεπε ότι σε κάτι συμφωνούσαμε ενθουσιαζόταν. Με άκουγε προσεκτικά όταν μιλούσα λες και ήμουν κάποια σπουδαία προσωπικότητα και σε κάποια στιγμή μου είπε «και εγώ όταν μεγαλώσω σαν εσένα θέλω να γίνω.» ήθελα να της πω να μην το κάνει.Το μόνο που θα καταφέρει είναι να γίνει μία ανόητη, άμυαλη και ευαίσθητη έφηβη, γεμάτη ανασφάλειες και απορίες. Αλλά αρκέστηκα στο να της χαϊδέψω τα ξανθά μαλλιά της.  Μετά από λίγο ήρθε η μαμά της να την πάρει. Με χαιρέτησε και έφυγε. Γύρισε μετά από 1 λεπτό για να μου δώσει το βραχιόλι πίσω. Της είπα να το κρατήσει και απροσδόκητα μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο από αυτά που μόνο τα πιτσιρίκια ξέρουν να δίνουν.

Γυρνώντας σπίτι μου σκεφτόμουν όλο αυτό που έγινε. Άλλο ένα παιδί που για κάποιον λόγο θα μεγαλώσει χωρίς πατέρα. Άλλο ένα παιδάκι που έχει ζήσει καταστάσεις που δε θα έπρεπε. Άλλο ένα παιδί που κάποια στιγμή θα αναγκαστεί να ωριμάσει γρηγορότερα από τα άλλα παιδιά. Άλλο ένα παιδί που δε θα ζήσει όπως θα έπρεπε να ζήσει. Άλλο ένα παιδί που θα στερηθεί κάτι. Θυμήθηκα και μία σειρά άλλα παρόμοια με αυτό πράγματα και αντί να πάω αμέσως σπίτι έκανα μία βόλτα στη γειτονιά.Σε κάποια στιγμή μου έπεσε το κινητό από το χέρι. Έσκυψα να το πιάσω και είδα στο χέρι μου να υπάρχουν 2 βραχιόλια.

Η μικρή μου είχε χαρίσει ένα από τα πιο πολύτιμα μισάωρα της ζωής μου.
Εγώ της είχα χαρίσει ένα βραχιόλι.

Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για αυτήν..

48 Μήνες

Μικρότερη , ναι πιο μικρή από τώρα, θαύμαζα και μπορώ με ειλικρίνεια να πω ότι ζήλευα τους ανθρώπους που είχαν κάποιο χόμπι ή ταλέντο κτλ κλτ.. Ήθελα να πω και εγώ ότι είμαι καλή σε κάτι.. Έτσι αποφάσισα να δοκιμάσω και εγώ διάφορα πράγματα μέχρι να βρω σε τι είμαι πραγματικά καλή..

Πρώτα, άρχισα να πετάω. Αχ τι ωραία αίσθηση που ήταν ! πήγαινα από μέρος σε μέρος όποτε ήθελα χωρίς να δίνω αναφορά σε κανέναν.. Κάποια μέρα όμως εκεί που ταξίδευα κάποιο αεροπλάνο παραβίασε το STOP, δε με πρόσεξε και με χτύπησε.. Έπεσα από μεγάλο ύψος και αν και δεν σκοτώθηκα, οι γιατροί μου έκοψαν τα φτερά. Δε ξαναπέταξα ποτέ.

Μετά αγόρασα ποδήλατο και άρχισα να ταξιδεύω και έτσι. Δεν ήταν όσο διασκεδαστικό ήταν το να πετάω αλλά μ’άρεσε αρκετά. Μία μέρα κάποιος μου έκλεψε το ποδήλατο. Δε ξανά ταξίδεψα ποτέ.

Η επόμενη κίνηση μου ήταν να ονειρεύομαι. Πόσο μου άρεσε να ονειρεύομαι! Το έκανα για πολύ καιρό! Ονειρευόμουν ξαπλωμένη πως θα ήταν η ζωή σε λίγο καιρό, ονειρευόμουν όμορφα μέρη, όμορφα τοπία. Ώσπου κάποτε ένα κόκκινο άλογο που είχε πάνω από το κεφάλι του ένα σύννεφο , τρύπωσε την ώρα που ονειρευόμουν στην κάμαρα μου . Προσπάθησα να το αποφύγω αλλά τότε άρχισε να βρέχει και δεν τα κατάφερα. Μου ‘δωσε 2 κλοτσιές στην πλάτη και από τότε επειδή πονάω δεν μπορώ να ξαπλώσω . Δε ξανά ονειρεύτηκα ποτέ.

Έκανα πολύ καιρό να σηκωθώ από το κρεβάτι. Όταν το κατάφερα , άρχισα να περπατάω. Δεν είχε την ίδια αίσθηση με το να πετάς , να κάνεις ποδήλατο ή να ονειρεύεσαι και στην αρχή δε μ’ άρεσε αλλά με τον καιρό το αγάπησα και αυτό. Μετά από λίγο καιρό εκεί που περπατούσα σκόνταψα και έπεσα κάτω. Κάποιοι που με είδαν άρχισαν να γελάνε και να με κοροιδεύουν . Δεν ξανά περπάτησα ποτέ.

Η Επόμενη προσπάθεια έγινε όταν άρχισα να κολυμπάω. Έκανα βουτιές, έβλεπα τα ψάρια με την μάσκα μου και όλο αυτό μου πρόσφερε αμέτρητη χαρά. Κάποια Μέρα όμως έτσι όπως κολυμπούσα έβρεξα κατά λάθος μία κυρία. Αυτή άρχισε να μου φωνάζει και μου είπε να φύγω από την παραλία .Δεν ξανακολύμπησα ποτέ.

Με πληγωμένη αυτοπεποίθηση και μία ηττοπάθεια που όλο και μεγάλωνε , άρχισα να ακούω μουσική. Ίσως να ήταν και αυτό ένα χόμπι! Άκουγα μουσική συνέχεια και αυτό με έκανε ευτυχισμένη. Κάποτε όμως κάποιος μου είπε ότι η μουσική που άκουγα δεν ήταν αυτή που έπρεπε και ότι αν ήθελα να είμαι σαν τα άλλους καλά θα έκανα να αλλάξω μουσικά ακούσματα. Δεν τον άκουσα όμως. Συνέχισα να ακούω τη μουσική που μου άρεσε. Μία μέρα κάποιος με φώναξε φρικιό. Ντροπιασμένη πέταξα το walkman μου στα σκουπίδια. Δεν ξανά άκουσα μουσική ποτέ.

Μετά από αυτό άρχισα να διαβάζω. Διάβαζα όλων των ειδών τα βιβλία. Μ’ άρεσε το διάβασμα! Με μετέφερε σε έναν διαφορετικό κόσμο. Μου θύμιζε τον καιρό που ονειρευόμουν. Κάποιος μου είπε μία μέρα ότι το διάβασμα είναι για τα σπασικλάκια . Δεν ξανά διάβασα ποτέ.

Η προ-τελευταία μου προσπάθεια έγινε όταν άρχισα να γράφω. Ήταν ένας τρόπος εκτόνωσης. Δειλά δειλά στην αρχή έλεγα τις απόψεις μου, τις σκέψεις μου, τα συναισθήματα μου , τους προβληματισμούς μου . Φαινόταν ότι τελικά βρήκα κάτι στο οποίο ήμουν καλή. Λάθος έκανα πάλι. Μία μέρα έμαθα ότι κάποιος με διάβασε και είπε πως αυτά που γράφω είναι ένα μάτσο αηδίες. Δε ξαναέγραψα ποτέ.

Τέλος, μου έμενε μόνο μία επιλογή μου μιας και είχα εξαντλήσει όλες τις άλλες. Άρχισα να ελπίζω. Δεν ήταν πολύ διασκεδαστικό αλλά κάτι ήταν και αυτό. Αναρωτιέσαι τι έγινε ; Τίποτα. Κάποια μέρα συνειδητοποίησα ότι αυτό δεν ήταν χόμπι και σταμάτησα να ελπίζω από μόνη μου. Δεν είχε νόημα.

Άλλωστε εκείνο το κόκκινο άλογο, δε σταμάτησε ποτέ να με στοιχειώνει .