Κενές νύχτες

immortality

Ο ονειροπόλος μάταια σκαλίζει τα παλιά του όνειρα, όπως τη στάχτη, γυρεύοντας έστω κάποια μικρή σπίθα, να τη φυσήξει, να ζεστάνει την κρύα του καρδιά με φλόγα ανανέωσης και ν’αναστήσει μέσα της απ’την αρχή όλα αυτά που πρώτα ήταν τόσο αγαπητά, που συγκινούν την ψυχή, που έκαναν το αίμα να βράζει,τα μάτια να δακρύζουν, κι εξαπατούσαν με τόση μεγαλοπρέπεια.[…]Τι αναμνήσεις! Θυμάμαι, για παράδειγμα,ότι,να,εδώ,ακριβώς ένα χρόνο πριν,ακριβώς την ίδια ώρα,στο ίδιο πεζοδρόμιο,τριγύριζα άσκοπα,μόνος και κακοδιάθετος,όπως τώρα!Θυμάμαι επίσης ότι και τότε τα όνειρα ήταν θλιμμένα, και μόλο που και πρώτα δεν ήταν καλύτερα, αισθανόμουν ωστόσο τη ζωή σαν να ήταν πιο εύκολη,πιο ήρεμη,αισθανόμουν ότι δεν υπήρχε αυτή η μαύρη σκέψη, η οποία κόλλησε τώρα μέσα μου, δεν υπήρχαν αυτές οι τύψεις στη συνείδηση μου, τύψεις βαριές,ζοφερές, που δε μ’αφήνουν τώρα να βρω ησυχία ούτε μέρα ούτε νύχτα.Αναρωτιέσαι ύστερα: Πού είναι τα όνειρα σου; Κουνάς το κεφάλι και λες: Πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια!Και πάλι αναρωτιέσαι: Τί έκανες με τα χρόνια σου; Πού έθαψες τον πιο καλό σου καιρό; Έζησες ή δεν έζησες; Κοίταξε, λες στον εαυτό σου, κοίταξε πόσο κρύος γίνεται ο κόσμος. Τα χρόνια θα διαβαίνουν , θα έρθει η σκληρή μοναξιά, θα έρθουν, τρέμοντας και με μπαστούνι, τα γηρατειά, κι ύστερα με τη σειρά τους η άνοια κι η κατάθλιψη.Ο φανταστικός σου κόσμος θα χλωμιάσει, τα όνειρα σου θα σβήσουν, θα μαραζώσουν και,σαν τα κίτρινα φύλλα, θα πέσουν κάτω απ’τα δέντρα… Ω Νάστενκα!Είναι θλιβερό να μένεις μόνος, τελείως μόνος, και να μην έχεις ακόμα και τι να λυπηθείς -τίποτε, απολύτως τίποτε… Γιατί όλα αυτά που έχασες ήταν όλα ένα τίποτε, ήταν ένα ανόητο, στρογγυλό μηδενικό, ένα όνειρο και τίποτε άλλο!

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι-Λευκές Νύχτες. Εκδόσεις Πατάκη

«Ας διαβάσω κάτι μικρό», έτσι ξεκίνησε το όλο πράγμα. Υπερβολικό ή όχι, ακόμη παλεύω να ξεπεράσω αυτό το ανάγνωσμα. Από τα πρώτα έργα του συγγραφέα, γράφτηκε το 1848. Προτείνεται για φιλοσοφία και αυτοκριτική, αν και ελπίζω/ουμε να μη βγει προφητικός. Καλού-κακού ας υπάρχει μια μαύρη κωμωδία στην άκρη, για να σας επαναφέρει σε μια πιο εύθυμη κατάσταση.

Εις το επανειδείν

Η φωτογραφία από την ταινία «In A Lonely Place» του 1950 σε σκηνοθεσία Nicholas Ray με τους Humphrey Bogart και Gloria Grahame. Απλά ταινία και βιβλίο μου φάνηκε ότι είχαν κάτι κοινό και γι’ αυτό έγινε το μοντάζ

Το ρομάντσο της πεντάρας

Αναρωτιέμαι συχνά: μα που είναι λοιπόν οι φτωχοί;
Και η απάντηση: Παντού.
Κρύβονται θα έλεγε κανείς , πίσω απ’το ίδιο το πλήθος τους. Υπάρχουν απέραντες πρωτεύουσες που κατοικούνται αποκλειστικά και μόνο από ένα εξαθλιωμένο πλήθος , μα οι «άθλιοι» αυτοί κρύβονται κυριολεκτικά πίσω από αυτό το πλήθος. Δε μπορεί να τους δει κανένας εκεί όπου όλα είναι όμορφα. Αποφεύγουν τους ωραίους δρόμους.[…]

Παράξενη υπόθεση μα την αλήθεια η ζητιανιά. Κι εγώ ο ίδιος δυσκολευόμουν να το πιστέψω στην αρχή. Μα κατάλαβα γρήγορα πως ο ίδιος ο φόβος που σπρώχνει τους ανθρώπους να ζητήσουν, ο ίδιος τους κάνει και να δώσουν . Για να πούμε την αλήθεια, παίζει το ρόλο της και η συμπόνια, μόνο που ‘ναι πιο δύσκολο να βγάζεις το ψωμί σου με τη συμπόνια παρά δίχως αυτήν. Κατάλαβα, ακόμα, γιατί οι άνθρωποι δεν εξετάζουν κατά πόσο είναι αληθινές οι αναπηρίες των ζητιάνων προτού τους δώσουν ελεημοσύνη. Να, επειδή είναι βέβαιο κιόλας ότι τα χτυπήματα που έχουν καταφέρει οι ίδιοι δε μπορεί παρά να έχουν προξενήσει τραύματα! Η ευτυχία, η επικράτηση των μεν δε μπορεί παρά να ‘χει επακόλουθο την αποτυχία, την καταστροφή των δε. Μήπως τάχα ο αγώνας που κάνουν οι μεν για την οικογένεια τους δε σπρώχνει τους άλλους στο δρόμο της ζητιανιάς; Ο ίδιος τρόπος της ζωής τους δείχνει πόσο είναι βέβαιο από πριν ότι σπέρνουν το πέρασμα τους με δυστυχία και θάνατο. Γιατί λοιπόν να μπουν στον κόπο να εξετάσουν; Για τις λίγες δεκάρες που θα τύχει πού και πού να δώσουν;

Απόσπασμα από «Το ρομάντσο της πεντάρας» του Μπέρτολτ Μπρέχτ (Εκδόσεις Παρασκήνιο), ότι πιο επίκαιρο και αφυπνηστικό διάβασα πρόσφατα

Μοντάζ

bourgeoisie

«Από όλα όσα τους φτιάξαμε για να παρηγοριούνται,το ξημέρωμα είναι το πιο πετυχημένο.Όταν διαλύεται το σκοτάδι στον αέρα σαν ψιλή,απαλή καπνιά και αναδύεται αργά το φως από τη μεριά της ανατολής, όλοι οι άνθρωποι με εξαίρεση τους πολύ δυστυχισμένους, ανασυγκροτούνται.Αυτή η μικρή καθημερινή αναγέννηση είναι ένα θαύμα που απολαμβάνουμε εμείς οι αθάνατοι, συχνά μάλιστα μαζευόμαστε στις επάλξεις των νεφών και παρακολουθούμε τους μικρούς μας πως κινητοποιούνται για να υποδεχτούν την καινούρια μέρα.Τι σιωπή πέφτει τότε ανάμεσα μας,εκείνη η θλιμμένη σιωπή του φθόνου.Πολλοί απ’αυτούς κοιμούνται,φυσικά, αδιαφορώντας για το χαριτωμένο πρωινό τρικ της εξαδέλφης μας, της Ηούς, υπάρχουν, όμως, πάντοτε οι άυπνοι, οι άρρωστοι που ξαγρυπνούν, οι ερωτευμένοι που στριφογυρνάνε στις μοναχικές τους κλίνες, ή εκείνοι που απλώς σηκώνονται νωρίς, οι πολυάσχολοι, με τις βιαστικές επικύψεις, τα κρύα ντους, τα ωραία φλιτζανάκια με τη μαύρη αμβροσία.Ναι, όσοι αντικρίζουν το ξημέρωμα, το υποδέχονται με χαρά λίγο πολύ, εκτός φυσικά από τον καταδικασμένο, για τον οποίο το πρώτο φως της ημέρας θα είναι και το τελευταίο πάνω στη γη.»

Τζων Μπάνβιλ- Άπειροι Κόσμοι, Εκδόσεις Καστανιώτη

Η φωτογραφία από την ταινία «Η κρυφή γοητεία της Μπουρζουαζίας»  σε σκηνοθεσία του Luis Bunuel

Επιστολή

«[…] πιστεύω πως ο άνθρωπος θα πρέπει να διατηρεί μια σχέση αγάπης με τη φύση. Η φύση είναι η μήτρα κάθε μορφής ζωής, τουλάχιστον έτσι όπως μπορούμε να την αντιληφθούμε εμείς οι άνθρωποι.Για να καταλάβεις κάτι λίγο από το περιβάλλον όπου ζω, να μου επιτρέψεις να σου περιγράψω τι βλέπω αυτή την ώρα έξω απ’την πόρτα της καλύβας. Ίσως έτσι μπορέσεις να συμμεριστείς τη μεγάλη αγάπη μου για τη φύση.

Είναι λοιπόν φθινόπωρο.Αυτό σημαίνει μια μεγάλη ποικιλία από χρώματα-φαντάσου ολόκληρη παλέτα.Θάμνοι και δέντρα, καφετιά και άλλα που έχουν το χρώμα της φωτιάς. Στο βάθος η θάλασσα(δεν είναι θαυμάσιο που ζει ακόμη αυτή η αρχαία λέξη;) φτιάχνει μια χρωματιστή αντίθεση. Από τη μία είναι το νερό και απέναντι το φως, ο καθαρός αέρας και οι οσμές του δάσους. Να οι πηγές της καλής μου διάθεσης! […]»
……
Ήταν μια παράξενη προσωπικότητα, από αυτές σπάνια συναντάς αλλά ευτυχείς να ακούς τις ιστορίες για αυτούς. Ψαράς, ναύτης, χειροβοσκός,στρατιώτης, καρβουνιάρης και πολύ αργότερα πανδοχέας στο μοναστηριακό ξενώνα του Τρίκερι και μετέπειτα στο Κουλούρι.

Η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη.Φιλοξενούσε σπουδαίους ανθρώπους της εποχής τόσο Έλληνες όσο και ξένους. Από τον πρίγκιπα Μάσσιμο της Ρώμης, μέχρι τη μεγάλη Αμερικανή ηθοποιό Γκρέτα Γκάρμπο.

Έφυγε από τη Αυστρία στα 16 του, τον τρόμαζε η σκέψη της ισόβιας επανάληψης, ήθελε να νιώθει ελεύθερος και ανεξάρτητος.Κατηγορήθηκε ότι ήταν ναζί, αρχαιοκάπηλος, κατάσκοπος εν τούτοις όσοι τον γνώρισαν μιλούσαν για τον αδαμάντινο χαρακτήρα, την ανιδιοτέλεια  και τη σοφία που ανέπνεε. Τα βράδια έγραφε, διάβαζε Ηρόδοτο και άλλους αρχαίους Έλληνες ποιητές και συγγραφείς.

Πάνω απ’όλα όμως αγαπούσε τη φύση και το Πήλιο που τον έφερε σε επαφή μαζί της. Όταν περπατούσε στη βροχή, έβγαζε τα ρούχα του. Με αυτόν τον τρόπο ένιωθε ότι γίνεται ένα με τα στοιχεία της φύσης. Ένιωθε τη μητέρα γη να του μιλάει, να τον φωνάζει Παν και πίστευε ότι τα υπόλοιπα ζώα είχαν τα ίδια δικαιώματα με τον άνθρωπο πάνω στη γη.

Ένας συγγραφέας αποφασίζει να ασχοληθεί με τη ζωή του και να συλλέξει υλικό παρακινούμενος από μία δύναμη που δε μπορεί να προσδιορίσει

Πέθανε στην Κορομιλιά στις 15 Ιανουαρίου με τον τρόπο που ο ίδιος είχε επιλέξει για τον εαυτό του: πλάι στη φύση, το Σπίτι που όλοι κατοικούμε.

Το όνομα του ήταν Αλφόνς Χοχάουζερ.
Ποιος θυμάται τον Αλφόνς Κώστας Ακρίβος

……

Αν κάτι ήταν ο Αλφόνς είναι άνθρωπος με όραμα, με στόχους και ιδανικά που προσπαθούσε να μεταλαμπαδεύσει και στους υπολοίπους. Ήθελε να τους κάνει να δουν και να εκτιμήσουν, εκείνα που ο ίδιος έβλεπε και εκτιμούσε.

Ένιωσα ότι συνάντησα έναν ακόμη φυσιολάτρη μετά τον Παπαδιαμάντη, ακόμη έναν άνθρωπο ικανό να πλάθει και να αναδεικνύει τις ομορφιές της φύσης. Έπιασα τον εαυτό μου να θαυμάζει τις εικόνες και τα ειδυλλιακά τοπία που οι αράδες καθοδηγούσαν την φαντασία μου να φτιάξει, σε τέτοιο σημείο ώστε να επιζητώ και εγώ αυτού του είδους την ελευθερία.

Δε μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση του συγγραφέα για το αν πέρα από την ιστορία και τους μύθους, υπάρχει κάτι που θα μπορούσε στις μέρες μας να συγκινήσει κάποιον που δεν είναι Έλληνας, ο Αλφόνς όμως νομίζω ότι απάντησε για χάρη μου ικανοποιητικά.

Οι παρενέργειες μιας πένας

Η ομιλία μου στους Νέους Αποφοίτους

«[…]Το κακό είναι ότι οι ηγέτες μας δε μας έχουν επαρκώς προετοιμάσει για μια βιομηχανοποιημένη κοινωνία.Δυστυχώς οι πολιτικοί μας είναι ή ανίκανοι ή διεφθαρμένοι.Καμιά φορά,την ίδια μέρα αμφότερα.Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει με απάθεια τις ανάγκες του ανθρωπάκου .Αν είσαι κάτω απ’το ένα εβδομήντα,είναι αδύνατο να πετύχεις το γερουσιαστή σου στο τηλέφωνο.Δεν αμφισβητώ ότι η δημοκρατία παραμένει η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης.Τουλάχιστον στη δημοκρατία οι πολιτικές ελευθερίες διατηρούνται.Κανένας πολίτης δεν επιτρέπεται να βασανιστεί αδικαιολόγητα,ούτε να φυλακιστεί,ούτε να υποχρεωθεί να παρακολουθήσει μέχρι τέλους κάτι έργα του Μπρόντγουει. Κι όμως,αυτά απέχουν παρασάγγες απ’όσα συμβαίνουν στη Σοβιετική Ένωση.Με τον τέλειο ολοκληρωτισμό τους, αν κανένα άτομο συλληφθεί απλώς και μόνο να σφυρίζει,καταδικάζεται σε τριάντα χρόνια στα κάτεργα.Αν μετά από δεκαπέντε χρόνια συνεχίζει να σφυρίζει, τον στήνουν στον τοίχο.Να συνοδεύει αυτόν το βάρβαρο φασισμό βρίσκουμε το τσιράκι του,την τρομοκρατία.Ουδέποτε στην ιστορία δίσταζε τόσο ο άνθρωπος να κόψει την κοτολέτα του απ΄το φόβο μην εκραγεί.Η βία προκαλεί περισσότερη βία και έχει προβλεφθεί ότι περί το 1990 η απαγωγή θα είναι η κυριαρχούσα μέθοδος κοινωνικής αλληλεπίδρασης.Ο υπερπληθυσμός θα επιδεινώσει τα προβλήματα ως εκεί που δεν παίρνει άλλο.Οι αριθμοί μας λένε ότι ήδη υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι επί της γης απ’όσους χρειαζόμαστε για να κουβαλήσουμε ακόμη και το πιο βαρύ πιάνο.Αν δεν πούμε ένα στοπ στην αναπαραγωγή,περί το 2000 δε θα υπάρχει χώρος να σερβιριστεί το δείπνο,εκτός κι αν κανένας δέχεται να βάλει το τραπέζι του πάνω σε κεφάλια αγνώστων.Ύστερα κι εκείνοι δε θα πρέπει να κινούνται επί μία ώρα,όσο εκείνος θα τρώει.Βέβαια η ενέργεια θα’χει μειωθεί στο ελάχιστο,και σε κάθε ιδιοκτήτη αυτοκινήτων θα χορηγείται τόση βενζίνη όση χρειάζεται για να κάνει όπισθεν λίγα εκατοστά.

Αντί ν’αντιμετωπίζουμε αυτές τις προκλήσεις,το ρίχνουμε σε διάφορες διασκεδάσεις,όπως τα ναρκωτικά και το σεξ.Ζούμε σ’εξαιρετικά ανεκτική κοινωνία.Ουδέποτε υπήρξε η πορνογραφία τόσο διαδεδομένη όσο σήμερα.Και πόσο κακοφωτισμένα είναι αυτά τα φιλμ!Είμαστε άνθρωποι που στερούνται καθορισμένων στόχων.Δε μάθαμε ποτέ ν’αγαπάμε. Στερούμεθα ηγετών και συνεπώς προγραμμάτων.Δεν έχουμε πνευματικό κέντρο. Παραδέρνουμε ολομόναχοι στο σύμπαν,ξεσπώντας με τερατώδη βιαιότητα ο ένας στον άλλον,απογοητευμένοι,πονεμένοι. Ευτυχώς,δεν έχουμε χάσει την αίσθηση του μέτρου.Συνοψίζοντας,είναι φανερό ότι το μέλλον κρύβει μεγάλες ευκαιρίες.Κρύβει και παγίδες.Το κόλπο είναι ν’αποφύγουμε τις παγίδες,ν’αδράξουμε τις ευκαιρίες, και να γυρίσουμε σπίτι πριν τις έξι.»

Απόσπασμα από το βιβλίο «Παρενέργειες» που περιλαμβάνεται στο «Woody Allen Όλα τα γραπτά του»  του σπουδαίου Woody Allen, σε μετάφραση του Σωτήρη Κακίση από τις εκδόσεις Bell.

Πάλι καλά που κάποιοι προσπαθούν απεγνωσμένα να μας ανοίξουν τα μάτια και το μυαλό  με δόσεις ωραίου χιούμορ που σου αφήνει ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη.Κανείς δε θα βγει αλώβητος και το ίδιο ανόητος μετά από αυτή την ανεκτίμητη συνάντηση…

Το τραγούδι από τους τίτλους αρχής της ταινίας «Deconstructing Harry»(Διαλύοντας το Χάρι) του 1997 σε σενάριο και σκηνοθεσία του Woody Allen και με πρωταγωνιστές τον ίδιο, την Judy Davis και άλλους πολλούς.

Η Φούντου

Το ωραίο πράγμα με το να μαθαίνεις κάτι καινούριο είναι ότι θυμάσαι κάτι παλιό. Ένα τραγούδι που είχες ακούσει κάποτε, μία ταινία που έτυχε να δεις, ένα όνομα που κάτι σου λέει, ένα στίχο γραμμένο σε ένα παλιό σημειωματάριο, μια αράδα που ξαφνικά αποκτάει νόημα ή ίσως στην συγκεκριμένη μας περίπτωση ένα βιβλίο από αυτά που διαβάζαμε τα καλοκαίρια με ένα παγωτό στο χέρι (δεν εξηγείται αλλιώς ο λεκές στο εξώφυλλο). Έτσι λοιπόν από αυτό το παλιό, μαθαίνεις μετά κάτι άλλο καινούριο και γεύεσαι το πιο νόστιμο πράγμα, τη χαρά της γνώσης. Με αφορμή λοιπόν ετούτο το εξαιρετικό ποίημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες θυμήθηκα το βιβλίο της Βαρελλά που αναφέρεται στην αγάπη και στην ανιδιοτελής φιλία στην οποία καμία σημασία δεν έχει η ηλικία, το φύλλο, το είδος καθώς επίσης και στην κοινωνία που θα μπορούσαμε να φτιάξουμε αν σεβόμασταν το καθετί  γύρω μας και αν παλεύαμε για αυτό που θεωρούσαμε σωστό :  «Γιατί τι άλλο είναι η ζωή από ένας ατελείωτος αγώνας;

Αυτή άλλωστε δεν είναι η πίκρα της;

Αυτή όμως δεν είναι και η χαρά της;» *

Τί σημαίνει μοναξιά;

«Όταν σκέφτομαι τα περασμένα, βρίσκω πως η κυρία Έλλη, η θεία του Δώρου, είχε δίκιο να με λέει αγριοφουντουκιά. Ίσως τότε να ήμουν «άγρια», γιατί η μοναξιά είναι «άγριο» πράγμα.
Ήμουν σ’ εκείνη την γειτονιά ολομόναχη , χωρίς συντροφιά, χωρίς παρέα. Οι άνθρωποι που ζούσαν κοντά μου σε μου ‘ριχναν ούτε μία ματιά, ακόμη και όταν άνοιγα την ανοιξιάτικη ομπρέλα μου, ακόμη και όταν γέμιζα με πράσινες πινελιές την γκρίζα γειτονιά τους.
Αισθανόμουν ένα όρθιο «τίποτα» . Ένα όρθιο τίποτα με κορμό και κλαδιά.
Όμως εδώ και τρία χρόνια άλλαξε η ζωή μου. Η γειτονιά μου έκανε δώρο τον Δώρο, κι άρχισα να έχω και εγώ μία ιστορία. Πρωί πρωί βγαίνει από την πόρτα του χοροπηδώντας για το σχολείο, που απέχει δέκα βήματα από το σπίτι του. Μου λέει «καλημέρα» . Μπαίνει στην αυλή. Μου τον κρατά το σχολείο ως το μεσημέρι. Περιμένω ν’ ακούσω το κουδούνι και να τος. Χοροπηδάει σαν λαγός. Πάντα χοροπηδάει.
Όταν έρχεται να καθίσει επάνω μου , παίρνει μαζί του και μία κουρελού. Τη στρώνει στη διχάλα μου σαν σέλα, με καβαλάει σαν άλογο και πάμε παντού. Μιλάει μοναχός του, σαν να τον έχουν κουρντίσει. Το στόμα του δεν κλείνει ποτέ. Μου φέρνει βιβλία και μου τα διαβάζει φωναχτά. Βάζει σε κουτιά τζιτζίκια και μπάμπουρες και έρχεται στα κλαδιά μου να τα μελετήσει. Προσέχει το βάδισμα της κάμπιας πάνω στα κλαδιά μου. Μαθαίνει να μυρίζει τα αρώματα της φύσης μέσα από τα νιογέννητα φύλλα μου. Ευχαριστιέται το χάδι του αγέρα. Διακρίνει τους μικρούς εκείνους ψιθύρους που οι περισσότεροι άνθρωποι – αν και έχετε αυτιά-δεν τους ακούτε.
Σκέφτομαι λοιπόν πόσο όμορφο πράγμα είναι να σ ’αγαπούν και ν ‘ αγαπάς.Αλήθεια, πώς μπόρεσα να κάνω τόσα χρόνια χωρίς αυτόν; Πώς μπόρεσα να ζήσω με τη μοναξιά;» *

*αποσπάσματα από το βιβλίο της Αγγελικής Βαρελλά. Φιλενάδα, φουντουκιά μου. Εκδ. Πατάκης

Ένα κάποιο τέλος…Μία κάποια αρχή

Ένα βιβλίο, μία ιστορία, τέσσερις φίλοι, ένα παρελθόν, πληθος ερωτήματα

Και αλήθεια για να μην χρονοτριβούμε , ποιο είναι το νόημα της ζωής;

Υποθέτοντας ότι ο στόχος είναι να ζεις μία ήρεμη ζωή, μου εγγυάσαι ότι όντως θα την ζεις;

Θέτοντας το ερώτημα πιο ξεκάθαρα μήπως το πρόβλημα γύρω από το να ζεις μία ήρεμη ζωή,  είναι ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μην συμμετέχεις στην ίδια σου τη ζωή και απλά να δέχεσαι τα όσα σου φέρνει;

Μα ναι! Πρέπει να δέχεσαι τα όσα σου φέρνει η ζωή αδιαμαρτύρητα, έτσι δεν είναι;

Ή μήπως όχι;

Μήπως συνηθίζοντας σε έναν τέτοιο τρόπο αντιμετώπισης της ζωής σου, φτάσεις στο σημείο σε μερικά χρόνια από τώρα να συνειδητοποιήσεις ότι ουσιαστικά έζησες μια μέτρια ζωή;

Και τι ακριβώς είναι η ζωή; Μερικά επιτεύγματα και μερικές απογοητεύσεις, τι άλλο;

Ποτέ δεν έφταιγες για τις απογοητεύσεις ,έτσι δεν είναι;

Στο κάτω κάτω εσύ έκανες αυτό που μπορούσες…

Φαντάζομαι επίσης ότι σε λίγα χρόνια από τώρα όταν θα κοιτάς τον νεαρό εαυτό σου θα νιώθεις περήφανος για αυτό που κατάφερες να γίνεις.

Βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι παίρνεις πιστεύεις πως έχεις την απαραίτητη αυτογνωσία, ε;

Μα φυσικά! Η ζωή είναι καλή δασκάλα και εσύ καλός μαθητής, δεν πιστεύω να διαφωνείς…

….

Ουφ με μπέρδεψες με όλα αυτά τα ερωτήματα

Κάτι τελευταίο μου επιτρέπεις;

Σαφώς

Είσαι σίγουρος ότι μπορείς να μου διηγηθείς πιστά την ιστορία της ζωής σου;

Ένα βιβλίο για όλα αυτά τα ψέματα που λέμε όχι μόνο στους άλλους αλλά κυρίως στον ίδιο μας τον εαυτό γιατί μόνο έτσι γίνεται να προχωρήσουμε χωρίς τύψεις για όλα όσα έχουμε κάνει. Ένα βιβλίο για το πόσο άδικοι είμαστε στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους και για την μνήμη που γίνεται σύμμαχος μας σε όλο αυτό το παιχνίδι που επιχειρούμε να μας παίξουμε μέχρι την στιγμή που σιγά σιγά αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι δεν ήμασταν πάντα το θύμα…

Ο Μπαρνς μας πιάνει στα κυριολεκτικά στα πράσα κάνοντας μας να δούμε όλα όσα αποφεύγαμε μέχρι τώρα και μας ανοίγει τα μάτια προτού ο λεπτοδείκτης δείξει ότι αργήσαμε υπερβολικά πολύ…